7.12.07

Ήσουνα μόλις δεκαεπτά


Κι ήσουνα μόλις δεκαεπτά
με τα σκουρόχρωμα μαλλάκια σου να χύνονται στους ώμους
τα μάτια, σαν μεγάλα αστέρια του Νοτιά, λευκά
δυο μαύρα θηλυκά μαργαριτάρια σ’ ένα άσπρο προσωπάκι

να μου μιλούν, να λένε, δίχως να μιλούν
εσύ, εσύ που κουβαλάς ολόκληρη ζωή πάνω στους ώμους
εσύ που ταξιδεύεις, γράφοντας ταξίδια με μαχαίρια
κι ακροπατάς ανάμεσα σε λέξεις πεθαμένες, εσύ
οργή, φυγή, δεσμός, ζωή
του έρωτα μας ξέφυγε αβάσταχτος καημός
κι απ’ την αγάπη η νιότη

τώρα πετάνε γατζωμένα στα φτερά πουλιών, τα μεσημέρια
ιδρώνει το ‘να απ’ τ’ αυτί και κλαίει απ’ τα μάτια
μα δε ρωτάει πόσος έμεινε καιρός για να μαζέψει τα κομμάτια
και τ’ άλλο μένει πίσω του, να ισιώσει το σκυφτό κορμί του
και στέλνει γράμματα και ραβασάκια ερωτικά
γεμάτα σχέδια με καρδιές κι άλλες καλλιγραφίες
να μη νιώθει μόνο. Κι ήσουνα μόλις δεκαεπτά

έλα που τώρα τριαντάρισα
κι έχω κρατήσει εν’ αριθμό ταυτότητας να σε θυμάμαι
όπως σ’ έβλεπα να πνίγεσαι μέσα σε γράμματα
άλφα-ζήτα-μηδέν-επτά-επτά-εννιά-εννιά-μηδέν. Ουδέν

απ’ όξω πέρναγε η ταχεία των οκτώμισι
μα εσύ σαν πάντα, αργοπορούσες να τη φτάσεις
κι έμενα μόνος στο βαγόνι επιβάτης
αλλά μου στοίχησε τα δεκατρία χρόνια φυλακής
κι ούτε που κρίθηκα ένοχος για κάτι
ίσως απλά συνένοχος, γιατί όπως έτρεχε
δεν έπιασα απ’ τα κέρατα την ίδια τη ζωή. Γιατί;

μου λένε ακόμα τα ματάκια σου ν’ ανοίξω τα ρολά
να μπει τουλάχιστον μι’ ακτίδα ήλιου απ’ το παντζούρι
να ‘ρθει τουλάχιστον το φως απ’ την πανσέληνο

μου λένε τα χειλάκια σου πως θες φιλί
φιλί, που το φιλέψανε μ’ άλλα φιλιά οι φίλοι
φιλί που το φυλάγανε σε χρυσαφιά φαλτσέτα, χρόνους δεκαεπτά
Μανιάτες, Κρητικοί, Μεσσήνιοι έμποροι
Σαλονικείς και Πειραιώτες ναυτικοί τ’ ανάθρεψαν
κι αυτό μεγάλωσε και γίνηκε τεράστιο φιλί, σαν καραβιού προπέλα

έλα, μη μου ματώνεις, μη μου θυμώνεις, χαμογέλα
εγώ σταμάτησα μονάχα να σε δω, γιατί σε βρήκα όμορφη
και στην τιμή μου, δε θ’ αγγίξω ούτε τα ρούχα σου
- που λόγος για τ’ απόκρυφα σημεία της ψυχής σου; -

μια χάρη κάνε, σκούπισ’ τα μάτια σου
δεν ηρθ’ ακόμα η ώρα, να γεμίσουμε με δάκρυ το ποτάμι
να σαλπάρουμε

μπορούμε απλά να τιθασεύσουμε εν’ αγέρα
ή κάποιο ταπεινό υπερατλαντικό πουλί, να μας πετάξει
κι αν πάλι πέσουμε στη θάλασσα
θα ζώσουμε στη μέση μας σωσίβιο, τις χίλιες αναμνήσεις
που τις γεμίσαμε μαρτύριο και πίκρες απ’ τους χρόνους
που λίγο-λίγο κάθε αυγή, κεντούσαμε με δάκρυα
απ’ τους παλιούς μας έρωτες, που προκαλέσαν πόνους
κι ήσουνα μόλις δεκαεπτά

κορίτσι έτοιμο να βγει στη ζητιανιά για λίγη αγάπη
κι εγώ ένας πρίγκιπας που ‘χε στα χέρια του χρυσό γοβάκι
να σε ψάχνω. Ακόμα ψάχνω
γιατί δε βρήκα που κοιμίζεις το κορμί σου όταν αφήνεις το ταξίδι
μήτε στο δρόμο, αν απλώνεις τα κομμάτια των ονείρων σου
σαν πέτρες, να μου φτιάξεις μονοπάτι

άκου λοιπόν κι ετούτο για να φύγω
- μπλεχτήκαμε στα παραμύθια -
κι όλη η αλήθεια μοιάζει ψέμα, όπως περνά μπροστά απ’ τα μάτια σου
όλη η αλήθεια μοιάζει ψέμα, όπως περνά μπροστά απ’ τα μάτια μου
κι αν θ’ ανταμώσουμε ποτέ, θα ‘ναι τα λόγια μετρημένα
άλφα-ζήτα-μηδέν-επτά-επτά-εννιά-εννιά-μηδέν. Ουδέν.


Γιώργος Κ.

3 σχόλια:

thalassaki είπε...

Eξαιρετικά τα τρυφερά σου λόγια, αγαπητέ Γιώργο... Να είσαι καλά, καλό σαββατοκύριακο.

Γιωργος_Κ είπε...

Καλό Σαββατοκύριακο καλή μου φίλη και θα χαρώ να δω σύντομα κάτι δικό σου στην Πορφυράδα. Να είσαι καλά!

Μαρια είπε...

Πολύ χαίρομαι που ακόμα και σήμερα κάποιοι γράφουν ποίηματα ...
(σ΄ευχαριστώ για την επίσκεψή)