17.12.07

Το όνειρο


Τον χάρο που έρχεται από μακριά θα τον προϋπαντήσω
θα τον καλέσω εδώ σιμά μου να καθίσει
να τον κεράσω τσικουδιά και μέλι, να γλυκάνει ο πόνος

κι όταν στερνά με χαιρετίσει
όταν ζητήσει την ψυχή να πάρει πίσω
θα τον ρωτήσω μόνο ετούτο, αν γνωρίζει τι απόγινε η πρώτη μου αγάπη

κι αν λάμπουνε τα μάτια με χαμόγελα στο στόμα
για το μέρος που κοιμούνται οι νεκροί, θ’ αποχωρήσω

κι αν μαύρισαν τα μάτια απ’ το κλάμα και το δάκρυ τόσα χρόνια
μια τελευταία χάρη θα ζητήσω
να την κεράσω ένα φιλί στο στόμα πριν να σβήσω

να πιω χρυσάφι απ’ τα χείλη της
δροσιά απ’ τη ματιά της
τον ήλιο απ’ τα χέρια της, τ’ αστέρια τα λευκά

και μία τρίχα απ’ τα μαλλιά θα πάρω φυλακτό για το ταξίδι

τον χάρο που έρχεται από μακριά δε τον φοβάμαι
φοβήθηκα στη σύντομη ζωή μου, κάποιους λύκους που μου τρώγαν τα συκώτια
και κάτι τσοπανόσκυλα, προστάτες λέει του εαυτού μου

μηδέ τον κεραυνό φοβήθηκα που έπεσε εμπρός μου
μηδέ στο θάλαμο του ιατρείου, όσο αίμα μου κι αν έχασα

εδώ, έχασα όλη τη ζωή μου να φωνάζω
μα φαίνεται η φωνή μου ήταν δίκαιη και άσχημη
σαν άλλωστε κι οι μέρες που περάσαν

ένιωσα μόνο τη χαρά, όσο τα χέρια της κρατούσανε τη μέση μου
κι από τα χείλη της άκουγα πρώτη φορά το “σ’ αγαπάω”

μα φαίνεται και τούτο ήταν μι’ αλήθεια που δεν κράτησε
ποιος άλλωστε αρέσκεται ν’ ακούει την αλήθεια;
κανείς, μα το Θεό! Στο ίδιο παραμύθι ζούμε όλοι

και κάποια ώρα που ο χάροντας διαβαίνει το κατώφλι μας
τσιμπάμε το κορμί μας για να διώξουμε το όνειρο.


γιώργος_κ

Δεν υπάρχουν σχόλια: