5.12.07

Η ατέρμονη απεραντοσύνη του ανέφικτου

Σε επανάληψη, αφιερωμένο στις Κυρίες του blog μας, σε όλες!


Κοιτούν τα μάτια μου κι απόψε, μεθυσμένα
η ώρα φεύγει, σαν το τρένο της γραμμής
μα το ταξίδι δε θα κάμει, θα το δεις
κι ούτε στον πιο μικρό σταθμό θα φτάσει
που ‘χει χαράξει η ζωή, για να σταθμεύουν τρένα.
Κοιτούν τα μάτια μου κι απόψε, απορημένα
ήσουνα δίπλα μου, σ’ αντάμωσαν νωρίς
μα ούτε πρόλαβα μια λέξη ν’ απαντήσω.
- Σώπα -
και πες μου αν οι μυγδαλιές κι οι παπαρούνες της Άνοιξης
έχουν ανθίσει στα περβόλια του ονείρου.
Ξυπνώ νωρίς τα πρωινά
κι η μόνη σκέψη μου, ν’ ανοίξω το παράθυρο
να ειδώ τα πρώτα τους μπουμπούκια - μπουμπούκι μου -
να ξεπετάγονται σαν κρίνα απ’ τη σιωπή.
- Άκου - ακόμη και τα ροδοπέταλα, σου έστρωσαν χαλί
και παίζουν μουσικές οι σάλπιγγες
συνθέτουν μελωδίες οι καμπανούλες.
Κι εγώ, έρημο δένδρο, μες στη νυχτιά να σβήνω
ν’ αργοπεθαίνω, στα λεπτά που χάνονται.
Μέτρα τους κύκλους στο κορμί μου
όσα τα χρόνια που ‘χω κλάψει, τα μεγάλωσα
τώρα δεν είμαι πια παιδί, εγώ έχω νόμους
που μου θερίζουν με δρεπάνια, όλα τα όνειρα.
- Πρέπει, δεν πρέπει -
κι έμεινα τίμιος έτσι, έρμος και μόνος.

Αν ήξερα, πως θα χαμογελούσες
σαν άπλωνα το χέρι, να σ’ αγκαλιάσω
θα ένιωθα ευτυχισμένος.
Θα έβλεπα τα λαμπερά σου μάτια να μου γελούν.
Έτσι θα μου μίλαγαν, χωρίς μήτε γράμματα
χωρίς ούτε λέξεις, χωρίς έναν τόνο και μία τελεία
- θαυμαστικό μου -
Αν ήξερα, πως θα μ’ αναζητούσες
κάθε φορά που έφτανα, στην επόμενη στάση της ζωής
θα ερχόμουν τρέχοντας πίσω, πηδώντας
πάνω από φαράγγια, διασχίζοντας βουνά χιονισμένα
περπατώντας πάνω στις θάλασσες
κόβοντας τα πιο κόκκινα τριαντάφυλλα
να στα φέρω για δώρο.
- Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου; - θα ρώταγα
κι ύστερα, θα μπορούσες να πάρεις απ’ τα χέρια μου
τα μοσχομύριστα ρόδινα τριαντάφυλλα
να τα συνθλίψεις κάτω από τις μπότες σου
ή απλά να μου χαρίσεις ένα φιλί.

Έχω κάνει τη λατρεία μου, ποίηση
μα δεν ξέρω πως θα καταλήξει η θεοποίησή σου.
Γνωρίζω πως τα πάντα, ξεκινούν και τελειώνουν με σένα
περπατώντας αέρινα, λες και πατάς επάνω
σε ολόκληρο τον κόσμο
λες και χορεύεις, και κινείσαι σαν άνεμος του Νοτιά.
- Λικνίζεσαι ιδιόμορφα όταν χαμογελάς -
θα μπορούσα να πετάξω, μέχρι τ’ αστέρια
για ένα τελευταίο χαμόγελο από τα μάτια σου.
- Σώπα -
δεν υπερβάλω, έτσι εκφράζω εγώ την αγάπη.
Γράφω στο άψυχο χαρτί, με το μελάνι της ψυχής
τ’ απωθημένα μου
κι ύστερα ρίχνω μια κλεφτή ματιά
στο ύψος των ποδιών σου
στο τελείωμα των τακουνιών σου
να πάρω τις εικόνες, για το επόμενο ποίημα.

- Πρέπει, δεν πρέπει -
αυτοί είναι οι άγραφοι κανόνες
μα όσο και να ψάξεις, δε θα τους βρεις.
Γιατί εσύ, δεν έμεινες μόνη τα φτωχικά Σαββατόβραδα
να ουρλιάζεις, να οδύρεσαι από τον πόνο.
Δε μάζεψες τα παγωμένα σου δάκρυα
από το ξύλινο πάτωμα, με τις χούφτες σου
σαν να ‘τανε χρυσά, πεταγμένα νομίσματα.
Δε ράγισες την καρδιά σου, από ευαισθησίες
και σκέψεις, τις κρύες νύχτες του Χειμώνα
μήτε τις καυτές ημέρες του Καλοκαιριού.
Εσύ μονάχα έμαθες, να περπατάς σαν κυρία
σε κορμιά ανδρικά, στο χαλί που σου έστρωσε η πλάση.
Όμορφη, γαληνεμένη, αστείρευτη
πηγή που τρέχει, χυμούς ερωτικούς από τα χείλη.
- Βρήκα το νόημα της ζωής -
εσένα, την ατέρμονη απεραντοσύνη του ανέφικτου.


Γιώργος_Κ

Δεν υπάρχουν σχόλια: