28.1.08


Ο ΛΑΓΟΣ ΠΟΥ ΦΟΒΟΤΑΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ



Όπου κι αν πήγαινε ο νεαρός λαγός, μέσα στο δά­σος, τρόμαζε. Κουνιόταν μια μεγάλη σαύρα, λιποθυμούσε απ’ την τρομάρα του. Κουνιόταν μια μικρή σαύρα, το έ­βαζε στα πόδια. Πεταγόταν μπροστά του άλλος λαγός, πεταγό­ταν αυτός μέχρι εκεί πάνω από το φόβο. Όλα όσα για έναν οποιοδήποτε νεαρό λαγό δεν ήταν παρά η γοητεία του φυσικού κόσμου, για τον δικό μας ήταν φρίκη και μόνο φρίκη. Ο άνεμος βούιζε στ’ αυτιά του σαν σεισμός. Ο σεισμός ακουγόταν στα βάθη της ψυχής του σαν το τέλος του κόσμου. Ακόμα και η συντομότερη βροχή, φάνταζε στα μάτια του σαν προμήνυμα κατακλυσμού. Όσο για τις δυνατές μπόρες... Πώς δεν είχε τσακιστεί, τρέχοντας να ξεφύγει τα φανταστι­κά ποτάμια που τον κυνηγούσαν!
Το γεγονός αυτού του νοσηρού φόβου έγινε άμεσα αντιληπτό από την μητέρα του, που ήταν εξαιρετικά μορφωμένη λαγουδίνα και είχε σπουδαίες γνωριμίες στο χώρο των διανοουμένων του δάσους.
Ο ίδιος ο πατέρας του ήταν σπουδαίος καλλι­τέχνης. Είχε εκδώσει τρεις πρωτοποριακές ποιητικές συλλογές, που αν και δεν βρήκαν άμεση απήχηση, παρέμεναν σπουδαία κείμενα προορισμένα να αναγνω­ριστούν στο μέλλον.
Καθώς, λοιπόν, η λαγουδίνα είχε αναθρέψει τον γιο της με με­γάλη προσοχή, σε αυστηρά κλειστό περιβάλλον, διακοσμημένο με σπάνιες εκδόσεις σημαντικών έργων της σκέψης του δάσους, και είχε ορισμέ­νες τύψεις οι οποίες την επισκέπτονταν την νύχτα και την φόρτωναν με υπερβολικό άγχος για την ασφάλεια του παιδιού, αποφάσισε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα άμεσα.
Οι γνωστοί της διανοούμενοι της πρότειναν να πά­ει το γιο της σε κάποιον διάσημο καλλιτέχνη -πρωτοποριακό κι αυτόν- ειδικευμένο στην ψυχανάλυση.
Έτσι κι έκανε. Ο ψυχαναλυτής της πρότεινε να επισκεφτούν οικογενειακώς έναν άλλο καλλιτέ­χνη, που ασχολιόταν με οικογενειακή ψυχανάλυση.
Το ζεύγος δεν έχασε καιρό και, πάνω στα λόγια και τις ψυχαναλύσεις, αντί να θεραπευτεί ο γιος, διαπίστωσαν οι γονείς πως τα πράγματα που τους χώριζαν ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που τους ένωναν.
Συγκεκριμένα, η μητέρα ανακάλυψε πως δεν ήθελε για σύντροφο έναν αποτυχημένο ποιητή, αλλά έναν επιτυχημένο υδραυλικό, αρκεί να την ικανο­ποιεί σεξουαλικά.
Αντίθετα, ο πατέρας ανακάλυψε πως δεν ήταν φτιαγμένος για οικογένεια αλλά για τέχνη και πως δεν μπορούσε πια να περιφέρει την ύπαρξη του σε μια μικροαστική φωλιά με μια σεξουαλικά αχόρταγη γυναίκα κι ένα νευρωτικό γιο.
Όσο εκείνοι έψαχναν το ασυνείδητο τους και καυγάδιζαν άγρια, ο νεαρός λαγός είχε γίνει ρεζίλι σε όλο το δάσος.
Σαν να μην του έφτανε ο φόβος, απόκτησε οι­κογενειακό πρόβλημα κι επιπλέον το παρατσούκλι ο Αναλυμένος που χρησιμοποιούσαν οι φίλοι και οι γνωστοί, προκειμένου να αναφερθούν -όχι χωρίς κάποια δόση συμπάθειας- στην περίπτωση του, αγνοώντας ασφαλώς την σπουδαία συνεισφορά της ψυχανά­λυσης στην εξέλιξη του πνευματικού κόσμου του δά­σους.
Κάποια στιγμή απελπίστηκε.
«Τι να την κάνω τέτοια ζωή;» σκέφτηκε. «Θα σκοτωθώ να γλιτώσω από τα βάσανα!»
Την σκέψη αυτή δεν την εμπιστεύτηκε ούτε στον οικογενειακό ψυχαναλυτή, γιατί ο καταιγισμός συμβουλών που θ’ ακολουθούσε, θα ήταν τουλάχι­στον ακατανόητος, μα ούτε και στους γονείς του, γιατί θα τους έδινε πάραυτα άλλον ένα λόγο να σκοτώνονται μεταξύ τους.
Απλά, τριγύριζε στο δάσος, προσπαθώντας να πραγματοποιήσει την απόφαση του.
Στην αρχή ανέβηκε σ’ ένα ψηλό δέντρο με σκοπό να πέσει κάτω, αλλά τον κατάλαβαν τα άλλα ζώα κι έτρεξαν ν’ απολαύσουν το θέαμα, αραδιάζο­ντας συγχρόνως του κόσμου τις ανοησίες, σχετικά με τους λόγους που είχαν οδηγήσει το νεαρό λαγό στα πρό­θυρα της αυτοκτονίας.
Εκείνος φοβήθηκε με όλες αυτές τις φωνές, κι έτρεξε αμέσως να κρυφτεί στην φωλιά του.
Ύστερα, είπε να φάει δηλητηριώδη μανιτάρια, ενέργεια στην οποία θα μπορούσε να προβεί με την ησυχία του. Πλησιάζοντας όμως μιαν αποικία τροφαντών μανιταριών, συνέλαβε κάτι μικρούλικα μυρμήγκια να κουβεντιάζουν ζωηρά για την περίπτωση του. Όταν τον είδαν από πάνω τους, θεώρησαν καλό να τον βάλουν στην κουβέντα, πετώντας του κατάμουτρα τόσες συμβουλές και νουθεσίες, ώστε εκείνος φοβήθηκε κι ανέβαλε την αυτοκτονία του.
Δοκίμασε πολλές φορές να δώσει τέλος στην ζωή του, όμως πάντα κάτι τον τρόμαζε και τρεπόταν σε φυγή.
Κάποτε τα ζώα του δάσους άρχισαν να τον βλέπουν το όλο πράγμα, σαν κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον. Το έβλεπαν σαν διασκέδαση, κι αστειεύονταν σε βάρος του λαγού μας, μετατρέποντας το παρατσούκλι ο Αναλυμένος - που είχε ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί ευρέως - σε Τελειωμένος.
Έτσι, ο φίλος μας είχε έναν ακόμη λόγο να μην θέλει την ζωή του. Δεν ήταν μόνο δειλός, δεν είχε μόνο οικογενειακό πρόβλημα, ήταν και αστείος.
Κάθισε, σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και θυμήθηκε πως ο μόνος τρόπος αυτοκτονίας που δεν είχε δοκι­μάσει ήταν το νερό.
Μια και δυο, πάει στο ποτάμι να πέσει να πνιγεί.
Οι βάτραχοι, μόλις τον είδαν να έρχεται, κοι­τάχτηκαν μεταξύ τους με απογοήτευση.
«Καλώς τα δεχτήκαμε!» είπε ένας. «Ο Τελειω­μένος έρχεται να δώσει την παράσταση του!»
«Κάντε πως δεν τον βλέπετε», είπε κάποιος άλλος. «Θα βαρεθεί και θα φύγει».
«Κι αν πιάσει αυτή τη φορά;» παράτησε ένας τρί­τος. «Θα γίνει μεγάλη φασαρία, θα μαζευτούν εδώ όλα τα τηλεοπτικά κανάλια του δάσουν και πάει η ησυχία του ποταμού μας!».
«Φύγετε παιδιά! Θα μπλέξουμε άσχημα με τον τύπο!» φώναξε ένας θρασύς και εύσωμος. Οι βάτραχοι συμφώνησαν και, χωρίς δεύτερη κουβέντα, εξαφανίστηκαν αφήνοντας πίσω τους μερικά τρομαγμένα κοάσματα.
Ο λαγός παραξενεύτηκε.
«Βρε!» είπε μέσα του «Κοίτα να δεις που με φο­βήθηκαν! Ε, λοιπόν δε το φανταζόμουν πως υπάρχουν ζώα που με φοβούνται! Ή μήπως δεν με φοβούνται, κι έφυγαν απλά για να με αποφύγουν; Αλλά γιατί να με αποφύγουν, την στιγμή που θα μπορούσαν να με φοβίσουν και να φύγω εγώ;»
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ο λαγός μας βρέθηκε μπλεγμένος μέσα στις σκέψεις του. Αποφάσισε να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, όπως του είχε πει να κάνει ο οικογενειακός ψυχαναλυτής. Αλλά μπερδεύτηκε ακόμα περισσότερο. Εκεί που καθόταν και σκεφτόταν, άρχισε σιγά σιγά να νοιώθει κάτι πρωτόγνωρο. Θύμωνε, θύμωνε πολύ, πάρα πολύ, ώσπου στο τέλος δεν κρατήθηκε:
«Φτάνει πια!» φώναξε. «Δεν θα με τρελάνουν! Να πάνε να πνιγούνε όλοι τους!»
Αυτό ήταν. Άρχισε να πηγαίνει προς την φωλιά του, θυμωμένος και βιαστικός. Τόσο θυμωμένος και τόσο βιαστικός, που κανείς δεν τόλμησε να κάνει το παραμικρό σχόλιο.
Τελικά ίσως να είχε δίκιο εκείνη η κουκουβάγια, στην άκρη του δάσους, που έλεγε πως ο θυμός είναι η αρχή της αξιοπρέπειας, άποψη για την οποία είχε έρθει συχνά σε σύγκρουση με την καλή κοινωνία των ζώων, διώχθηκε αρκετές φορές από το λιοντάρι, και φυσικά αποκλείστηκε από όλους τους εκδοτικούς οίκους του δάσους.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

...

@@ είπε...

ταυτίζεται η διήγηση στη συνείδηση της πνευματικής μόρφωσης..ασκείται η ψυχολογία όταν δεν υπάρχει ερέθισμα ή άλλη αντανάκλαση αγνοόντας και μιλώντας για ηθικούς κανόνες..μακιαβελισμός,λοιπόν.
μάλιστα.και ένας ωραίος ποιητής αναρωτιόταν γιατί ο δάσκαλος κρατούσε εσκεμένα το βιβλίο ανάποδα..και ένας άλλος επίσης ωραίος ποιητής, είδε μια ορχιδέα που προσποιόταν την πεταλούδα..σ αυτό το τοτεμικό συμπόσιο λοιπόν καταλήγει η υπερβολή του μπαρόκ.
αλήθεια, τα υπόλοιπα ε-ποιητικά ζώα σε ποιά blogs γράφουν θα θελα να μοιράσω λίγο άχυρο καθώς η κρεατοφαγία βλάπτει το ζάχαρο, καταλαβαίνεται είχα διαβάσει μια επιγραφή υπέρ των φτωχών και μου θύμισε μια πόρνη με ξεπεσμένη πελατεία όπως λέει ο ποιητής.

Ανώνυμος είπε...

χαρίζω δάφνες και μπανάνες