20.4.08


ΕΠΙΣΤΟΛΗ


(Ο Άβγαρος, τοπάρχης του Ουχάμα, προς τον Ιησού, τον αγαθό σωτήρα που εμφανίστηκε στην Ιερουσαλήμ.)


Η νύχτα του κόσμου διαρκεί ακόμα, και στο βάθος τα ίδια πράγματα συμβαίνουν.
Ένας μικρός αριθμός εθνών διεκδικεί το θέαμα μιας αυγής που θα φωτίσει
όσα περισσότερα καλλιεργήσιμα χωράφια επιτρέπει η διαστροφή της γης
(να βγαίνει ξαφνικά απ’ την απάθειά της
με κωνοφόρα ξεσπάσματα και πέτρινες απειλές).
Το τοπίο τής απληστίας μας παραείναι σκοτεινό
για ν’ αντέξει την αλαζονεία μιας πόλης που δεν διαθέτει μεγάλα δημόσια κτίρια
(όπως θέατρα, ναούς, λουτρά).
Όμως επιδαψιλεύουμε στους εαυτούς μας το συνωστισμό μιας τακτικής λατρείας
και γύρω η γη -σε απόσταση όχι ευκαταφρόνητη-
είναι πράσινη, πλούσια σε πηγές, σκεπασμένη με δέντρα, γλυκιά και τρυφερή.
Σαν να λέμε, δεν λείπουν οι ευκαιρίες για μοναχικούς περιπάτους
(πληρωμένους από το νόμιμο σύζυγο πάντα)
για ρεμβασμούς που καταλήγουν σε φιλοσοφικές μονογραφίες
χωρίς πραγματικό αντικείμενο,
προεξοφλημένες από έκδοτες χωρίς πραγματικό κοινό.
Εδώ καθένας μπορεί ν’ απολαύσει την ανεντιμότητα σαν ανία˙
ελπίζω να με καταλαβαίνεις.
Αν και δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως δεν πιστεύεις αυτές τις ιδέες σου
για μιαν άλλη βασιλεία (μα την πίστη μου, εντελώς απίστευτες).
Ακούγεται πως αποστρέφεσαι την ζωή κι αποβλέπεις
σε μια γαλήνη το λιγότερο χειροποίητη.
Αντιπαρέρχομαι τα όσα ακούγονται σχετικά με τις θεραπείες σου:
πως πραγματοποιούνται χωρίς φάρμακα και βότανα.
Πολλοί φημίστηκαν στο παρελθόν
για τους τυφλούς και τους χωλούς και τους λεπρούς και τους τρελούς που γιάτρεψαν
κι αν θέλεις την γνώμη μου, είτε αλήθειες είναι όλα αυτά είτε μύθοι, λίγο με νοιάζει.
Αν ήμουν τυφλός, το μόνο που θα ήθελα θα ήταν το φως μου.
Μπορείς να με πείσεις για τα πάντα όχι όμως πως βλέπω αν δεν βλέπω.
Διαθέτεις κάποια αίσθηση του αληθινού, ελπίζω, υστέρα από τόσους οπαδούς.
Τι περιμένεις από μια φυλή νομάδων και βοσκών
που ισχυρίζονται πως αναγκάστηκαν να ριχτούν στο εμπόριο
για να πάνε όσο μακρύτερα γινόταν τον Θεό τους;
Άμμο χρυσή, ποτισμένη με κρασί κι αίμα και δάκρυ και ιδρώτα
-όταν πετρώνει ο ήλιος στην δύση κι ανάβουν οι φωτιές,
σφυρίζοντας γυναίκα στο ξύλινο λαχάνιασμα τους-
δεν θα μυρίζει ο Θεός τους˙
ούτε μωρά κατουρημένα και φαΐ μαγειρεμένο
από χέρια που φίλησες πρώτη φορά,
σταματώντας το άσκοπο τρεχαλητό του χρόνου
με γλώσσα φλεγόμενη ανάμεσα στα δάχτυλα τους.
Το τίποτα του χρυσαφιού θα μυρίζει ο Θεός τους,
ένα τίποτα που το καταλαβαίνουν από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.
Μια γεωγραφία του ανυπόστατου η θεολογία τους.
Μια λαγνεία του ανεπίτρεπτου η φιλοσοφία τους.
Μην κάνεις το λάθος να ζητήσεις περισσότερα από την ένοχη ανοχή τους.
(Και που σε βλέπουν και που σ’ ακούνε είναι πολύ.)
Αν δεν έχεις αποφασίσει το θάνατο σου, έλα κοντά μας.
Εδώ υπάρχουν αρκετοί ευπροσήγοροι άνθρωποι
που δεν είδαν τον Αννίβα να λερώνει το λινό των χιονισμένων Άλπεων
με την παχύδερμη ρώμη των μισθοφόρων του,
αλλά είδαν τι μπορεί να καταφέρει η σκούρα σάρκα
στην βαμβακερή σύρραξη ενός πανδοχείου˙
αρκετοί υπομονετικοί άνθρωποι που δεν διάβασαν ποτέ τον Πλάτωνα,
αλλά είναι πρόθυμοι ν’ ακούσουν την καρδιά κάποιου να χτυπά στην φωνή του,
όσο γρήγορα απαιτεί η στιγμή, ο καιρός, ο χρόνος ολόκληρος.
Εγώ ο ίδιος συγκαταλέγομαι σ’ αυτούς.
Δούλος δεν υπήρξα, ούτε αρνήθηκα πως ζητώ τις απολαύσεις και τα πλούτη.
Δεν μου αρέσει να περνώ για πρότυπο απλότητας,
καταδικάζοντας τους άλλους σε όμορφους λόγους
ή διακηρύσσοντας τις αρετές μου σε μετρημένα επιγράμματα.
Εμπιστεύτηκα περισσότερες από μία φορές κάποιο μυστικό στην γυναίκα μου,
πέρασα περισσότερες από μία ημέρες χωρίς να κάνω τίποτα,
πήγα συχνά από την θάλασσα σε μέρος που θα μπορούσα να πάω απ’ την στεριά.
Αν και μετάνιωσα σχεδόν πάντα,
μπορώ να εκτιμήσω την συντροφιά κάποιου καλύτερου μου.
Μην κάνεις το λάθος να ζητήσεις περισσότερα από την υστερόβουλη συντροφιά
ενός ανθρώπου αποφασισμένου να διδαχθεί αν κάτι άδολο στον κόσμο.
Δεν αποτελώ παράδειγμα αρετής και δύναμης, αλλά...
Βιάσου, ανισόρροπε Γαλιλαίε!
Μια ζωή την έχω˙ δικαιούμαι να την δαπανήσω.
Στο ψέμα των θαυμάτων σου αφήνω την αλήθεια του θανάτου μου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: