16.6.08

Προσευχή


Όπως πέρναγε ένα τρένο πλάι ξυστά απ’ την πληγή μου
κάπου έπεσε ένα αστέρι και μου πήρε τη ζωή
κι είχα όνειρο που κάρφωσα στο βάθος, την ψυχή μου
στ’ ασπρισμένο μου μπαλκόνι να το έχω προσευχή

προσκυνάω σταυρωτά τα φιλιά που με κεράσαν
τους καημούς κι όλες τις πίκρες τα ‘χω βάλει στη σειρά
έχω όπλο το κουράγιο, τους εχθρούς να πολεμήσουν
που με λόγια μ’ αποπήραν. Θε μου πόση ειν’ η χαρά

δε μου έμεινε η φωνή να μιλήσω μ’ ένα γράμμα
να φωνάζω σ’ αγαπάω ή να βρίζω ο,τι φθονώ
στ’ ασημένια βλέφαρά μου φυλαχτό να σε φυλάω
σα σκοπός σ’ ένα καμιόνι που του έβαλε φωτιά

είμαι φταίχτης, είμαι ψεύτης, ειμ’ απάνθρωπος που κλαίω
λίγο άνθρωπος να ήμουν, θα σε είχα στη γωνιά
με μαστίγιο το κορμί σου κάθε ώρα να χτυπάω
και με λόγια που τσακίζουν των χειλιών σου τα οστά

Θε μου πόσο το ‘χα σφίξει μες στα χέρια μου σα σφαίρα
σα μια Γη που ‘χα τυλίξει τ’ οξυγόνο γι’ αγκαλιά
και στα μάτια τη φιλούσα, ξημερώνει, καλημέρα
Θε μου πόσο είχα λατρέψει έναν κόσμο στα κρυφά

τώρα μένει να θυμίζει ένα σύννεφο τη μέρα
κι εν’ αστέρι μες στη νύχτα να μου δείχνει που πατά
σ’ ένα υπόγειο κρυμμένος μη γνωρίζοντας ποια χέρια
του κορμιού την περηφάνια ποιος τη χαίρεται ξανά;

όπως πέρναγε ένα τρένο πλάι ξυστά απ’ την πληγή μου
κάπου έπεσε ένα αστέρι και μου πήρε τη ζωή
κι είχα όνειρο που κάρφωσα στο βάθος, την ψυχή μου
στ’ ασπρισμένο μου μπαλκόνι να το έχω προσευχή.


γιώργος_κ