23.1.11

O δρόμος σου ὅσο πάει ξεμακραίνει ἀπ' τὰ μάτια μου


~~~

Ὅλα μου εἶπες πὼς περνοῦν, θὰ γιάνουν μὲ τὸ χρόνο
μὰ ἔτσι πέρασες κι ἐσὺ ἀπ’ τὴ ζωή μου καὶ προσπέρασες
καὶ χάθηκες μές του μυαλοῦ τοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους
σὰν καταχνιὰ καὶ σὰν βροχή, σὰ τὸ μπουρίνι πρὶν τὴν Ἄνοιξη
καὶ σὰν τὸν ἥλιο ποὺ διαδέχεται ἁρμονικὰ τὴν καταιγίδα

ἀνέμελη ἤθελες νὰ τρέχεις, σὰν ἄτι μέσα στοὺς ἀγροὺς
σὰν πεταλούδα νὰ πετᾶς ἐλεύθερη κι ὡραία
κανέναν πιὰ δὲν ὑπολόγισες, παρὰ νὰ κάνεις τὸ φευγιό σου ἕναν κανόνα
- “να συνεχίσεις νὰ χορεύεις…” -

καὶ θέλω ἀκόμα νὰ σοὺ πῶ, πὼς ἡ ἀνάμνηση δὲν ἔσβησε
δὲν ἦταν μπόρα καλοκαιρινὴ μέσα στὴν ἄστατη ζωή μας
οὔτε τὸ δάκρυ μίας στιγμῆς, ἕνα μικρὸ ποὺ χύνεται, δὲν ἦταν
μὰ ὁ ἐγωισμὸς βαθὺς καὶ γόνιμος γιὰ νὰ στηρίξει χωρισμὸ

ἀνέμελη ζητοῦσες νὰ πορεύεσαι καὶ ἀνεξέλεγκτη
ὅπως ἡ κίνηση τοῦ ἥλιού μας. Ok, παρ' τὸν ἀγκαλιά!
ἄλλωστε “τέλειωσε ... ὅμως περνάει ἡ μπόρα, δὲν περνάει ψυχή μου;” ...*

ὁ οὐρανίσκος μου μία γεύση ἀλλιώτικη, πικρίας ἔχει πάρει
τὸ πεπρωμένο μου νὰ περιμένω πρὶν τὸ σιρόπι σοκολάτας νὰ χυθεῖ
ἢ τὸ γλυκὸ νὰ μοιραστεῖ ἢ κάπου ἀλλοῦ νὰ χαριστεῖ καὶ πάλι ἡ ἀγάπη

στὴν τελική, τὸ ἀπωθημένο μου ζητάει νὰ ἐκδικηθεῖ
γιατί δικάστηκε ἀπ' τοῦ χοροῦ τὴ μάχη
καὶ πάει μονάχο του καθὼς οἱ ἄλλοι περπατοῦν μονάχοι
τὸ ἀπωθημένο μου ζητάει νὰ ἐκδικαστεῖ
στὴ δίκη αὐτὴ μ’ ἔκανε θύμα τὸ γινάτι
αὐτὴ ἡ ὑπόθεση, ἕνα κομμάτι ἀπ’ τὴ ζωὴ ποὺ δὲν ξεγράφει...

μονάχα μὴν τολμήσεις νὰ σταθεῖς στὴν πόρτα μου
καὶ νὰ μὲ περιμένεις κλαίγοντας, σὰν ἄλλοτε
ἂν μάθεις πὼς παντρεύομαι καὶ ζῶ εὐτυχισμένος μακριά σου

μονάχα μὴν ντραπεῖς νὰ ἀρκεστεῖς σὲ ἀναμνήσεις καὶ σκιὲς
μὲ τὰ καλὰ κρυμμένα ἀρώματα τοῦ παρελθόντος στὸ κορμί σου
γιατί μονάχα αὐτά σου ἔμειναν γιὰ νὰ ‘χεις φυλαχτὸ

λίγο ἀργὰ δὲ τὸ θυμήθηκες ν’ ἀπαρνηθεῖς τὶς πράξεις μας
καὶ τὸ φαρμάκι ποὺ ἔσταζε νὰ γίνει παρελθόν μας
πῶς τὸ ζητάς, νὰ γίνει μέλι ἡ ἀγάπη, νὰ μονιάσουμε
ἐσὺ δὲν πρόδωσες τις όμορφες στιγμές μας;

καὶ τὴν ἀγάπη έσπρωξες νὰ πάρει ἡ κατηφόρα!
πορεύσου ἔτσι τὸ λοιπὸν
...εἶσαι ἐλεύθερη, στὴν ἀνιδιοτέλεια τοῦ ἐρωτεύσιμου ἐγώ σου

ὅταν ἡ ἀνάγκη σου θὰ φλέγεται ἀπὸ ἡδονὴ καὶ πόθο
δὲ θὰ μπορεῖς νὰ ταξιδέψεις στὰ μέρη ποὺ ταξίδευες
νὰ νιώθεις τὸ λυγμὸ τῆς θάλασσας, τὸ δάκρυ τῆς βροχῆς
- μέσα στὴν ἀγκαλιά μου -
τὴν τρικυμία τῆς πλάσης μὲς τὰ σπλάχνα μου
δὲ θὰ τὴ νιώσεις ἄλλοτε μέσα στὴν πέτρινη καρδιά μου

δύο μάτια ποὺ μέχρι τώρα ‘κλαίγαν πικραμένα
γιατί δὲν ἄντεχαν τοῦ χωρισμοῦ τὸν πόνο, μήτε τῆς καρδιᾶς
τὶς ἀναμνήσεις σὲ βαλίτσες φόρτωσαν καὶ πήρανε τὸ τρένο
μπροστὰ στὴν ἀποβάθρα στήθηκαν νὰ φύγουν μίλια μακριὰ

ἀσπρόμαυρες φωτογραφίες στὸ σταθμό του
καὶ ὁ σταθμάρχης νὰ φωνάζει ἀκόμα τὴν πικρὴ ἐτυμηγορία
ἐνῶ τοῦ ἔρχονται ἀναμνήσεις μίας ἀπύθμενης λατρείας
χωρὶς τὸ ἄρωμα καὶ δίχως λόγια νὰ θυμίζουν ἀγκαλιὰ

νὰ μὴ σκεφτεῖς πὼς μὲ τσακίζει ὁ χωρισμὸς
ὅλα σὲ τούτη τὴ ζωὴ ἔχουν ἀρχὴ κι ἔτσι πεθαίνουν
σὲ νέους ὁρίζοντες τὰ πάντα ταξιδεύουν
καινούργια ἔρχονται τὴν Ἄνοιξη πουλιὰ

ἔτσι τὸν ἔρωτα θὰ τραγουδῶ σὲ κάποιαν ἄλλη ἀγκαλιὰ
καινούργια ἀγάπη θὰ φωλιάζει στὴν ψυχή μου
λοιπὸν ἀνοίγω τὰ φτερὰ κι ὅλα μὲ μία μολυβιά, τὰ ‘χω ζωή μου

κι ἐσὺ σὲ μία ὑπόγεια ἀποβάθρα ἑνὸς σταθμοῦ
θ’ ἀκοῦς συρμοὺς νὰ τραγουδᾶνε τὰ γραπτά μου
θὰ τὸ σκεφτεῖς καὶ θ’ ἀπαιτεῖς νὰ ‘ρθω στὰ μάτια σου μπροστὰ
μὰ θὰ ‘χεῖ μίλια χωρισμοῦ ὁ ἔρωτάς μου

πορεύσου ἔτσι τὸ λοιπὸν
...εἶσαι ἐλεύθερη, στὶς παγωμένες πίστες σου ποὺ ἔμαθες νὰ πατινάρεις
ἄλλωστε “τέλειωσε ... ὅμως περνάει ἡ μπόρα, δὲν περνάει ψυχή μου;” ...*

ὅλα μου εἶπες πὼς περνοῦν, θὰ γιάνουν μὲ τὸ χρόνο
μὰ ἔτσι πέρασες κι ἐσὺ ἀπ’ τὴ ζωή μου καὶ προσπέρασες
καὶ χάθηκες μές του μυαλοῦ τοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους
σὰν καταχνιὰ καὶ σὰν βροχή, σὰ τὸ μπουρίνι πρὶν τὴν Ἄνοιξη
καὶ σὰν τὸν ἥλιο ποὺ διαδέχεται ἁρμονικὰ τὴν καταιγίδα

μέσα σὲ ἄλλη ἀγκαλιὰ θὰ βρῶ ἀπάγκιο ν’ ἀκουμπήσω
παρηγοριὰ μπορῶ νὰ βρῶ εὐκόλως κι ἅμα τὸ θελήσω
κι ὅταν μονάχη σου θὰ κλαῖς, “κοίτα τί ἔκανα” θὰ λὲς
μὰ τὸ ποτάμι τοῦ καημοῦ δὲ θὰ γυρίζει πίσω

ἔτσι τὸν ἔρωτα θὰ τραγουδῶ σὲ κάποιαν ἄλλη ἀγκαλιὰ
καινούργια ἀγάπη θὰ φωλιάζει στὴν ψυχή μου
λοιπὸν ἀνοίγω τὰ φτερὰ κι ὅλα μὲ μία μολυβιά, τὰ ‘χω ζωή μου..


~~~

(Μαζευτήκανε όμορφα κορίτσια στο προφίλ μου, στήσαμε ένα πηγαδάκι και δημιουργήσαμε ο καθένας με το δικό του λιθαράκι αυτό το ποίημα... Ευχόμαστε να σας αρέσει ...βγαλμένο απ’ τη ζωή! Άλλωστε ήρθε η Άνοιξη και η γύρη των πεύκων από παντού ξεχύνεται, και οι πρώτες κάμπιες αρχίζουν δειλά-δειλά να ξεπετάγονται απ’ τις φωλιές τους... να είστε προσεχτικοί όσοι υποφέρετε από ...αλλεργίες....!)

Για το ποίημα αυτό συνεργάστηκαν οι φίλοι:

Spyridoula-Yrw Gioldasi
Γιώργος_Κ
Άρτεμις Δμ
Ntina Papamatheou
Omixli Sti Limni
Kallia
ΣΟΦΙΑ ΜΠΟΥΓΙΟΥΚΑ

* ο στίχος είναι δανεισμένος από το ποίημα “τελείωσε”

3 σχόλια:

Despina είπε...

η ανάσα μας όλη...
"λιγμός της θάλασσας"

καλησπέρα!

ΜΑΓΟΣ! είπε...

Η αγάπη ήρθε από ψηλά
Την έφεραν τα αστερία
Όμως την έχω την κρατώ
Τώρα στα δυο μου χέρια ….

Με γέμισε πάλι χαρά
Σαν το ουράνιο τόξο
Και μου δώσε τη δύναμη
Τη θλίψη μου ν α διώξω…

Τώρα πετώ στα σύννεφα
Στον ήλιο το φεγγάρι
Ήταν Δώρο πολύτιμο
Δεν θέλω άλλη χάρη….

Γιωργος_Κ είπε...

Δέσποινα σ' ευχαριστώ εκ μέρους όλων !

Φίλε μάγε, ωραίοι οι στίχοι σου ..! :)