6.11.09

Η απόσταση της ύλης

Το καθήκον του αποστολέα είναι να φυλλομετρήσει
την πλαστική μεμβράνη των χρυσορυχείων τόσο αποτελεσματικά
που τα ψάρια να γεννιούνται απ'τα ζυγιασμένα κατάλοιπα της μανίας.

Κάτω απ'τον ευθυτενή παρουσιαστή της αμαξοστοιχίας, το τρένο
ευθυγραμμίζει τις κορασίδες που γυμνές απολαμβάνουν
τα χύσια του ήλιου.

Το μυστήριο εξαπλώνεται ενόσω λύνεται.

Το κιτάπι που σκαρφαλώνει
στους κήπους τη φαρφάλας είναι μια κλωστή που αναμασά τους παράγοντες.

Οι λέξεις πληθαίνουν σαν τους σπόρους της Αμαλίας.

Ο πυροτεχνουργός ανακαλύπτει το πλήκτρο
της διαπόμπευσης.

Εμπρός λοιπόν για μια νέα σφυρήχτρα!!




Θανάσης Αθανάσιος.

1.11.09

Αντάμωση

Να σε αντάμωνα στον σωρό με τα λάφυρα της νίκης
Πέρα στης αύρας τους σκορπισμένους τους ανθούς
Στο μοναχικό μου μονοπάτι που παίρνω για να σε συλλογιέμαι
Στης θάλασσας τους θυμωμένους τους αφρούς

Να σε αντάμωνα στου μαΐστρου τις ριπές που τα μαλλιά ανακατεύει
Στα λεπτεπίλεπτα γυρίσματα των δαχτύλων του χεριού μου
Στης νιότης τα μαργαριταρένια δόντια που φωτεινά χαμογελούν
Στα αγάλματα τα αρχαία που λαβωμένα από του χρόνου
Το τουφέκισμα δεν σκόρπισαν μα στέκουν, με έπαρση ανδρεία


Στου ονείρου μου τον δρόμο τον ανέγγιχτο
ανάμεσα σε βότσαλα υγρά γλυμμένα με το κύμα
Το χρώμα των ματιών σου στην παλάμη μου να κρύψω
Και όταν η νοσταλγία με θλιμμένες νότες μουσικές μ αγγίξει
Να άνοιγα τα χέρια και εσύ μ αγάπης λούσα να με ντύνεις


Αχ για μια στιγμή μονάχα να σ αντάμωνα
στου ήχου τον αντίλαλο που επαναλαμβάνει την φωνή μου
της νοσταλγίας το άλογο αναβάτης να καλπάσω
και με όνειρα κόκκινα στον ορίζοντα να γράψω το όνομα σου

Ελπίδα

13.9.09

Η καρφωμένη προσευχή


Ξεκίνησα μιαν ώρα για ένα μακρύ ταξίδι
πιο μακριά να φτάσω απ’ τη δική μου Ιθάκη
εφόδια δεν κράταγα στους ώμους, μήτε στις τσέπες μου ψωμί

αγάπη είχα φορτώσει τις βαλίτσες μου
λατρεία απ’ τη λατρεία μου, στο κόκκινο δισάκι
τεράστια τ’ αποθέματα υπομονής κι ελπίδας μες στα σπλάχνα μου
κομμάτια εφημερίδας μες στις τσέπες
που λέγανε για μια χαμένη αγάπη, που άργησε να ‘ρθει

ο δρόμος που περπάτησα, χιλιόμετρα
με ορθάνοιχτα τα μάτια και τ’ αυτιά να μη τον χάσω

κι όπου έβρισκα μικρές τριανταφυλλιές
προσκύναγα το χώμα τους, κάνοντας μιαν ευχή
να φτάσω μ’ όση δύναμη μου απόμεινε τα μάτια σου

θα έμοιαζα, αλλοτινούς καιρούς, σαν κυνηγός πολύτιμων κι αστραφτερών πλασμάτων
που όμοια τους δεν γέννησε η γη μες στους καιρούς
σαν ένας κλέφτης διαμαντιών στο όρος του Καυκάσου
εκεί που είναι αδύνατο να βρεις τριανταφυλλιές

τα πέταλα συνέλεγα μ’ αγάπη ένα προς ένα
τα φύλασσα σ’ ένα πουγγί πιο ροζ κι από τα χείλη σου
πιο κόκκινα λουλούδια κι απ’ το αίμα του κορμιού σου
πιο πορφυρά κι απ’ τα φιλιά που μ’ έκαναν παιδί

αρώματα δε φτιάχνονται μ’ οσμή παραδεισένια
γιατί όποιος το άρωμά σου έφτασε να πιει
στη ζάλη απ’ το μεθύσι του, κόλλησε η σκιά σου
και γίνηκε κομμάτι απ’ το κορμί σου, το κορμί

συνέλεγα στους σάκους μου αρώματα
να δένουν, να παντρεύονται μ’ αγάπη απ’ την αγάπη
να σμίγουνε, να ενώνονται λατρεία με γινάτι
κουράγιο να βαπτίζονται, καρτέρι, επιθυμία
κι εμείς κάποια νυχτιά να τα φορέσουμε στο σώμα

μα ο δρόμος που κινήσαμε, λέγεται Αθανασία

πολλά τα σταυροδρόμια και μας πλάνεψαν
δεξιά φραγκοσυκιές και βάτα με κοχύλια
πιο πέρα η μαύρη θάλασσα, στην άκρη η ελπίδα

στ’ αριστερά ένα κάστρο με ξερόλες αυλικούς
ιπτάμενους γαϊδάρους, χιμπατζήδες μ’ αλυσίδα

στο δρόμο μου δεν είδα μήτε ιππότες ή σοφούς
πριγκίπισσες με στέμματα, παρά με μια χλαμύδα
που έκρυβε ανεκτίμητα διαμάντια απ’ τους εχθρούς
τριγύρω απ’ την καρδιά, μιαν ηλιαχτίδα

τι άλλο να σου πω; περπάτησα χιλιόμετρα
τ’ αυτιά μου τυμπανίζουνε ακόμα από φωνές
σκληρά τα λόγια που είπανε σε μι’ άγραφη σελίδα
καλύτερα να μου έσχιζαν το σώμα από πετριές

αλλά τι λέω! έτσι δε θα ‘βλεπα ποτέ ξανά τα μάτια σου
δε θ’ άκουγα τον ήχο απ’ τη φωνή σου
θα έμοιαζα με άγγελο τριγύρω απ’ το κορμί σου
να σου φυλάω όνειρα που φτιάχναμε μαζί
τα κάλλη σου να κρύβω, σα γυμνώνεις την ψυχή σου
στον τοίχο, η καρφωμένη προσευχή

τώρα που ζω δε θα γιορτάσω, γιατί λείπεις
λείπω κι εγώ, σαν πεινασμένος σκύλος απ’ το σπίτι σου
τώρα κι αν ζω είμαι νεκρός, μακριά απ’ τη φωνή σου
κι απ’ των χειλιών σου το φιλί, όσο δεν πίνω, σβήνω

είμαι νεκρός γιατί πλησίασα το άπιαστο κι ήθελα να τ’ αρπάξω
κι αφού το άπιαστο δεν πιάνεται, κοίτα πως καταστράφηκα

κράτα μονάχα το πουγγί να με θυμάσαι
κι όταν θα βρίσκεις τμήματα απ’ τις σάρκες μου στους δρόμους που διαβαίνεις
πρόσεξε! τ’ άπιαστα όνειρα να μη μου τα ζηλεύεις

τώρα που ζω δε θα γιορτάσω, γιατί λείπεις
είμαι νεκρός πάνω στον τοίχο, η καρφωμένη προσευχή!


γιώργος_κ