Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκέμβριος, 2007

Σ’ αυτή που αγάπησα

Εικόνα
Σ’ αυτή που αγάπησα θα πω να περιμένει
δε μοιάζει απροσπέλαστος του έρωτα ο παράδεισος
μήτε και μακρινό φαντάζει το ανέφικτο

θέλει τους δυο η αγάπη σ’ ένα σώμα
που ‘ναι ντυμένο με λευκά κρινόφυλλα
κι επουδενί μαυροντυμένο

θέλει τους δυο η αγάπη σ’ ένα όνειρο
π’ όνειρο γίνηκε απ’ των δύο τη συγνώμη ٘

Συγνώμη μάτια μου κι αν χάλασα το όνειρο
θα ξαναφτιάξουμε καινούργιες πολιτείες
κι όχι χωριά που ερημώσαν από πόλεμο
που ‘χουν πνιγεί απ’ των δακρύων τις αιτίες

σ’ αυτή που αγάπησα θα πω να μην αλλάξει
κι όταν τη βρω θα γονατίσω και θα κλάψω
μα τούτα ‘δω τα δάκρυα θα ‘ναι από ευτυχία

σαν ‘κείνη τη στερνή φορά που σμίξαμε
μια τελεσίδικη αγκαλιά στην προσδοκία ٘

Θέλει τους δυο η αγάπη σ’ ένα όχημα
που απογειώνεται να φθάσει τη σελήνη
κι άμα ξεμείνει από καύσιμα ٘βουτά στα σύννεφα
κι αναλαμβάνει εξολοκλήρου την ευθύνη

σ’ αυτή που αγάπησα θα πω να υπομένει
δε τη φωνάζουνε τυχαία γαρ “Μαρία”

είναι απ’ της μοίρας ‘κείνα τα παιχνίδια
τούτος ο έρωτας που μοιάζει τόσο ανέφικτος
σαν ανεκπλήρωτος τη μια να ξεμακραίνει
στην ά…

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Εικόνα
Οι εκδόσεις Ηλέκτρα και το βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ
σας προσκαλούν την Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2008, στις 8 μ.μ.,
στην παρουσίαση της εκδοτικής σειράς
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Τα Αριστουργήματα της Παγκόσμιας Λαϊκής Λογοτεχνίας
(Διεύθυνση Σειράς: Γιώργος Μπλάνας)

Θα μιλήσουν:
Μάκης Πανώριος, συγγραφέας
Αντωνία Κατσαβού, συνεργάτις του περιοδικού «Φανταστικά Χρονικά»
Διονύσης Παπαδόπουλος, ψυχίατρος

Συντονισμός: Γιώργος Μπλάνας

Ίνα δικαιωθεί η αγάπη

Εικόνα
Αγόρασα δροσιά από τη θάλασσα
και έκλεψα τα κύματα απ’ τον άνεμο
περπάταγα για ώρες πλάι στην ακροθαλασσιά
να πιάσω απ’ την αρχή, όλο το νήμα του έρωτα
και μέτραγα ένα-ένα τ’ ατοπήματα

ποιο νόημα έχει άλλωστε η ζωή δίχως ετούτον;

κι ειν’ η ζωή μια τουφεκιά
που κομματιάζονται στ’ αγέρι τα τρυγόνια
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
συνθλίβονται τα σύννεφα

και μένουν έρμοι κι ορφανοί οι μελλοθάνατοι
να υψώνουν τη φωνή τους
δειλοί, μπροστά στο θάνατο

μα πέρα κι απ’ το θάνατο, τ’ ανέφικτο
κι ανέφικτο θα μένει μέχρι κάποιος να το πιάσει
ανέφικτο θα υφίσταται
πριν κάποιος τολμηρός να το προφτάσει

τρεχάτε να το δείτε!

το δώρο της παραμονής δεν έφτασε στο τζάκι
θα βρείτε κρεμασμένη μοναχά μια τρύπια κάλτσα
που την έφαγε ο σκόρος

το χάσαμε το πλοίο ενώ πέρναγε απ’ την πόρτα μας
κι ίσως ποτέ να μη το δούμε
ίνα δικαιωθεί η αγάπη, θα πρέπει να κοπιάσουμε
καβάλα σ’ ένα άτι να γλυτώσουμε τα σύννεφα

βλέπετε, νόμιζα πως ήμουν ποιητής
μ’ αρχίζω ν’ αμφιβάλλω
κοιτάζω τα τριαντάφυλλα και δε διακρίνω έρωτα
κι απ’ το χαμένο χρώμα τους

Είναι Χριστούγεννα

Εικόνα
Σε περιμένει ένα κεράκι φράουλας στο δώμα που δε λέει ν’ ανάψει
σε περιμένει κι ένα πήλινο κερί του Halloween
που γύρω απ’ το φιτίλι του στήσαν χορό μαύρα Χριστούγεννα
κομμάτια πεθαμένου έρωτα με άρωμα βανίλια

φταίει που καίω τις αναμνήσεις μου στη φλόγα του κεριού
κι είναι τα φώτα όλης της γης τώρα σβησμένα
είναι τα λόγια της αγάπης ειπωμένα
μα τρόπο άλλο δε βρήκανε να ξαναειπωθούν

είναι Χριστούγεννα, για δως μου ένα φιλί
ίσα ν’ ανάψει απ’ την αρχή ένα κεράκι
απ’ των χειλιών σου την πνοή και απ’ το δάκρυ
που ήξερα να κρύβω πριν στα μάτια σου φανεί

φύσα ν’ ανάψει ένα κερί
να δω που κρύβεις τόση απύθμενη αγάπη
σβήσαν τα όνειρα και χάσαμε το χάρτη
ενώ ετοιμάζαμε ταξίδια στο χαρτί

φύσα ν’ ανάψει ένα κερί
να δω ακόμα αν αγκαλιάζεις τα κομμάτια μου
έτσι μου το ‘γραφες, με νότες ευτυχίας
από ‘να έρωτα που πέθανε χωρίς ν’ αναστηθεί

τ’ άφησα, ξέρεις που, στο γωνιακό παρκάκι
εκεί που έγραφες “μωρό μου σ’ αγαπώ” στο ξύλινο παγκάκι
κι ήθελα απλά έτσι για λίγο να στο πω.


γιώργος_κ
(ευχαριστώ τη Νικολέττα Παπατόλη για…
ΠΑΡΕ ΤΑ ΔΩΡΑ σου χρόνε
κι εκείνο το ξυλάλογο της προσδοκίας,
εκείνο το ξυλάλογο: γνώριμο τέχνασμα,
σχεδόν απρέπεια, σχεδόν ασχήμια
και οπωσδήποτε αλητεία.

Η μια ψυχή ζητάει το γίγαντά της,
η άλλη ρωτάει καθρέφτες την ψυχή της.
Τρίτη αφήνει όνειρα σημάδια
για να επιστρέψει δυσανάγνωστη
στο φτωχοκείμενό της.

Με παραμύθια λιγοστεύουμε μεγάλοι,
με παραμύθια αυξάνουμε παιδιά.
Συμμορφώσου, συμμορφώσου,
χρόνε αδέξιε παραμυθά.

Σηκώνεται, πλένει το πρόσωπο,
ντύνεται κατάσαρκα τον κήπο
και διεκδικεί το θάνατο
με άνθη και πάθη και σώμα και ψυχή.

Χρόνε παράδοξε φονιά, η φτώχια ζώο παραφυλάει.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Κραυγή

Εικόνα
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
Χωρίς τέλος
Όπως ο πόνος
Και η μοναξιά

Κουράστηκα
Να μιλάω μόνη μου
Να γελάω μόνη μου
Να κλαίω και να τραγουδάω μόνη μου

Μου είπες υπάρχουν πολλά μονοπάτια να διαβώ
Τα πόδια μου όμως γέμισαν πληγές και δε μπορώ να περπατήσω
Δεν υπάρχουν μπροστά μου χνάρια για να βρω το δρόμο
Τα μάτια μου είναι θαμπά από την εικόνα σου

Περπατάω και ρίχνω πίσω μου άμμο
Να ξαναγυρίσω
Κι ας ξαναπονέσω
Κι ας άδειασαν τα χέρια μου απ’ την αφή σου

Χτυπάω την πόρτα
Παίρνω τηλέφωνο
Στέλνω γράμματα
Σιωπή

Λείπεις
Λείπω
Λείπουμε
Μακριά

Γιατί τα κόκκινα λαμπιόνια της γιορτής έγιναν μαύρα;
Γιατί ερήμωσε η φάτνη μας;
Γιατί τα κάλαντα έγιναν μοιρολόγια;
Γιατί τα όνειρα της νέα χρονιάς έγιναν εφιάλτες;

Έχω βουλιάξει στη θάλασσα του αλκοόλ
Έχω βυθιστεί στη ζάλη του ποτού
Ο καπνός του τσιγάρου γεμίζει το μυαλό μου
Θέλω να θολώσω τις θύμησες

Φέτος δεν έχει στολίδια
Ούτε τραγούδια
Ούτε χρυσόσκονη
Ούτε αγγέλους να κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό

Φέτος έχει εμένα
Χωρίς εσένα
Και μια καληνύχτα αντί για καλή χρονιά
Και την κραυγή μου την τελευτα…
Εικόνα
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!
ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!


Τα δεντράκια της φωτογραφίας που μοιάζουν με τεράστια @@@@@, με το συμπάθιο, δεν είναι πλατάνια, αλλά τα περίφημα Baobab που γνωρίσαμε από την ιστορία του Μικρού Πρίγκιπα στο βιβλίο του Exupery. Ναι, είναι αυτά τα απειλητικά, τα καταστροφικά δεντράκια που αν τα αφήσεις να μεγαλώσουν, οι ρίζες τους μπορεί να απλωθούν τόσο πολύ που να καταστρέψουν ολόκληρο τον πλανήτη. Συνδέστε το αυτό με τα στοιχεία της καθημερινότητας μας και θα δείτε πως είχε δίκιο ο ποιητής!
Σας αφήνω για σήμερα με τις ευχές και την παραπάνω φωτογραφία, σε συνδυασμό με την εξαιρετική μουσική της Βaobab Orchestra, γνωστής στους ακροατές του Kosmos 93,6

Χριστούγεννα χωρίς εσένα

Εικόνα
Κι αν μου λείπεις ;
Χριστούγεννα είναι
κι οι πευκοβελόνες
μου τρυπούν τα δάχτυλα
Κι αν σου λείπω;
Πρωτοχρονιά είναι
και τα στολίδια θαμπώνουν
μες τα μάτια μου
Σπασμένα στο πάτωμα
πάνω τους πατώ
Τα πόδια μου ματώνουν
μα πιο πολύ στη καρδιά μου φτάνουν
πολύχρωμα κομμάτια κοφτερά
Αλλη μια πρωτοχρονιά
χωρίς εσένα
κι οι μνήμες έρχονται
Αγιοβασιλιάτικο δώρο
σε μαύρο κουτί
Κι άλλα Χριστούγεννα
χωρίς εσένα
και τα αγγελάκια στα δέντρα
δε κρατούν πια καμπανούλες
μονάχα μια λύρα χρυσή
την απουσία σου να τραγουδούν
και του Χριστού τη θεία γέννηση
Τη νύχτα εκείνη όλα γύρω μου γυρνούν
πολύχρωμα κομματιασμένα
Χαραγμένα σ αγαπώ
σε παλιά στολίδια
ξεχασμένα σε υγρό πατάρι
Στολίδια που χάσαν τη γιορτή
και στα αζήτητα μείναν
να θυμίζουν παλιότερες γιορτές
κι ευτυχισμένες στιγμές

Το όνειρο

Εικόνα
Τον χάρο που έρχεται από μακριά θα τον προϋπαντήσω
θα τον καλέσω εδώ σιμά μου να καθίσει
να τον κεράσω τσικουδιά και μέλι, να γλυκάνει ο πόνος

κι όταν στερνά με χαιρετίσει
όταν ζητήσει την ψυχή να πάρει πίσω
θα τον ρωτήσω μόνο ετούτο, αν γνωρίζει τι απόγινε η πρώτη μου αγάπη

κι αν λάμπουνε τα μάτια με χαμόγελα στο στόμα
για το μέρος που κοιμούνται οι νεκροί, θ’ αποχωρήσω

κι αν μαύρισαν τα μάτια απ’ το κλάμα και το δάκρυ τόσα χρόνια
μια τελευταία χάρη θα ζητήσω
να την κεράσω ένα φιλί στο στόμα πριν να σβήσω

να πιω χρυσάφι απ’ τα χείλη της
δροσιά απ’ τη ματιά της
τον ήλιο απ’ τα χέρια της, τ’ αστέρια τα λευκά

και μία τρίχα απ’ τα μαλλιά θα πάρω φυλακτό για το ταξίδι

τον χάρο που έρχεται από μακριά δε τον φοβάμαι
φοβήθηκα στη σύντομη ζωή μου, κάποιους λύκους που μου τρώγαν τα συκώτια
και κάτι τσοπανόσκυλα, προστάτες λέει του εαυτού μου

μηδέ τον κεραυνό φοβήθηκα που έπεσε εμπρός μου
μηδέ στο θάλαμο του ιατρείου, όσο αίμα μου κι αν έχασα

εδώ, έχασα όλη τη ζωή μου να φωνάζω
μα φαίνεται η φωνή μου ήταν δίκαιη κα…

Ξέχασέ με!

Εικόνα
Ο χρόνος ξέχασε να περνά..
Ξέχασέ τα όλα..
Πέταξέ τα όλα..
Δεν χρειάζεσαι τίποτα δικό μου.
Άσε με..
Δεν θέλω άλλο να πονάω.
Μη μου λες πως μ' αγαπάς.
Δε θέλω..
Με πονάς!
Ξέχασέ με!
Πιο πολύ τις νύχτες με πονάς.
Δεν το πιστεύω,
αλλά σ' αγαπάω ακόμα.
Δεν θα καταλάβεις ούτε μια στιγμή
ότι πονάω..
Η καρδιά μου ακόμα χτυπάει
στους χτύπους που εσύ της έμαθες.
Η Φωνή της μου είπε να σου πω
πως δε σε ξέχασε,
πως σ' αγαπάει..
Παρ' όλο που και εγώ πονάω..
Ξέχασέ με!
Ό,τι έμαθες ως τώρα,
ξέχασε το!
Νιώσε με για μια φορά
κι ας μου κοστίσει να μου πεις
πως μ' αγαπάς..
Δεν μιλάς..
Ξέχασέ με!
Δεν μ' αγαπάς.



7/12/2007 @ MyPlace

Μακριά

Εικόνα
Θα φύγω μακριά σου
Γιατί η ζωή δε με βαστάει πια να μένω στο φεγγάρι σου
Εδώ οι ώρες και οι σκέψεις δε σηκώνουν τις ψυχές μου
Έχω ξεχάσει τ’ όνομά σου κι εγώ αρκετά σου κράτησα παρέα
Καιρός να πάρω το βαπόρι και να φύγω για μια νέα αγάπη
Τί κέρδισα άλλωστε από σένα και τί γύρεψα;
Ήμουν φτερό κι ήσουν αγέρας που παρέσυρε σε δύστροπη αγάπη
την αγάπη μου
Τη μια γλυκό αεράκι που θροΐζει στοργικά τα θερινά βλαστάρια και της γης τ’ αγριολούλουδα
Σα μητρικό χαδάκι που αλείφει το γυρτό κορμί για να περάσει ο πόνος
Την άλλη αδιάκοπος βοριάς που σχίζει η μαχαιριά την άσπιλη καρδιά με φόρα
Το μπαϊράκι σου δεν πρόκαμα να κουμαντάρω
Κι από ατρόμητος λοιπόν θαλασσοπόρος έφτασα ναύτης στο κατώφλι σου
Ει καπετάνισσα θα φύγω μακριά, τ’ ακούς;
Κι εσύ θα ψάχνεις χρόνους χίλιους για να βρεις τα βήματά μου
Και θα φιλάς τις πέτρες όπου πάτησα να πάω
Θα προσκυνάς κάθε σημείο του κορμιού σου που το θώπευσα
Θ’ αναπολείς κάθε λεπτό που σε κοιτούσα μες τα μάτια
Καιρός να φύγω απ’ το λιμάνι τούτο για να βρω τα…

Βανίλια

Εικόνα
Εσύ αγόρασες φιλί και κεχριμπάρι απ’ τη Συρία
Χρυσό απ’ το Λίβανο
Εγώ το δάκρυ σου
Παντρέψαμε το μίγμα και μας βγήκε προδοσία
Κι η μοναξιά τις κρύες νύχτες περιμένει στη γωνία
Δεν αγοράσαμε αγάπη απ’ τις μακρινές Ινδίες
Μονάχα δύο πλαστικά φιλιά που κλέψαμε απ’ τον άνεμο
Είκοσι-τρία χάδια απ’ τον οίστρο μιας ποιητικής μαγείας
Ήσουν η μάνα μου στην παγωμένη Καισαρεία
Κι εγώ μικρός Χριστός να περιμένει ντάντεμα απ’ τα μάτια και τη γλύκα των χειλιών σου
Περνώντας ο Βασίλης απ’ τη στέγη μου, δεν πρόλαβε παρά ν’ αφήσει δύο κέρινα φιλιά στο τζάκι, για να σε θυμάμαι
Σε περιμένει ένα κεράκι φράουλας στο δώμα που δε λέει ν’ ανάψει
Σε περιμένει κι ένα πήλινο κερί του Halloween, που γύρω απ’ το φιτίλι του στήσαν χορό παραμονή Χριστούγεννα, κομμάτια πεθαμένου έρωτα με άρωμα βανίλια
Κάποιο Χειμώνα μου ‘ταξες, θα ‘ρθεις για να το δεις να σιγοκαίει
Κι όσο θυμάμαι τα τριαντάφυλλα που πέθαναν λησμονημένα, κάτι μου λέει πως δε θα ‘ρθεις
Τότε λοιπόν σε ποιον να τα χαρίσω αυτά που ζήλεψα;
Κι αυτά που με το μόχθο μου τα…

Τhe night before Christmas

Εικόνα
by Clement Clarke Moore



'Twas the night before Christmas, when all through the house
Not a creature was stirring, not even a mouse;

The stockings were hung by the chimney with care,
In hopes that St. Nicholas soon would be there;

The children were nestled all snug in their beds,
While visions of sugar-plums danced in their heads;
And mamma in her 'kerchief, and I in my cap,
Had just settled down for a long winter's nap,
When out on the lawn there arose such a clatter,
I sprang from the bed to see what was the matter.
Away to the window I flew like a flash,
Tore open the shutters and threw up the sash.
The moon on the breast of the new-fallen snow
Gave the lustre of mid-day to objects below,
When, what to my wondering eyes should appear,

But a miniature sleigh, and eight tiny reindeer,
With a little old driver, so lively and quick,
I knew in a moment it must be St. Nick.
More rapid than eagles his coursers they came,
And he whistled, and shouted, and called them by name;
"Now, Dasher! now,…

Πειστήρια

Εικόνα
Είχα μι’ αγάπη φυλαγμένη σαν τσιγάρο
που κάποιοι θέλησαν ν’ ανάψουν με φωτιά
πάνω στα χείλη με το ζόρι να φουμάρω
το ‘χα γιομίσει απ’ της ζωής τα μυστικά

μα ούτε σπίθα σ’ ένα γυάλινο αναπτήρα
λέξεις γεμάτος από σιγανή φωτιά
μια φλόγα που ‘μελλε να δώσει όλη την πείρα
σε κάποια νύχτα που ‘χε αρπάξει τα φιλιά

δεν πήρα πίσω ούτε φιλί μητ’ ένα μπράβο
“ευχαριστώ που ‘σασταν τόσο ευγενικός”
από μονάχος μου τ’ άναψα το τσιγάρο
και το ‘πια τόσο όσο διαρκεί ο κεραυνός

είχα μι’ αγάπη φυλαγμένη σαν εικόνα
που τη ζωγράφισα με δάκρυ και κερί
στάλα τη στάλα του με πήγε στο χειμώνα
κι όσα ονειρεύτηκα σε μαύρη φυλακή

τώρα δεν έχει περιθώρια ν’ αλλάξει
κι έχω τραβήξει ένα δρόμο από κλωστή
υπάρχει ο κίνδυνος στο βήμα μου να σπάσει
και να διαλύσει τα πειστήρια η ζωή.


γιώργος_κ

Είναι ο Έρωτας

Εικόνα
Για την Μαρία-Σιμόνη που το ζήτησε. Μαρία προφανώς εννοείς το απόσπασμα του ποιήματος που βρίσκεται στο profil μου στο blogspot. Είναι δικό μου το ποίημα και έχει τον τίτλο "Είναι ο Έρωτας". Στο παραθέτω ολόκληρο και ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου.

από τη συλλογή "42 Σταγόνες Δροσιάς"

~~~

Μια ζωγραφιά είναι ο έρωτας
μια φαντασίωση γλυκειά, άπιαστο όνειρο
αυτό είναι ο έρωτας θαρρώ
μία εικόνα γεμάτη χρώμα κι ένα τραγούδι.

Ένα αστέρι είναι ο έρωτας, ένα φεγγάρι
σαν ένα ποίημα αισιόδοξο να συνεπάρει
κι ένα λουλούδι που συνήθως μας μαγεύει
σαν την ψυχή και την καρδιά, την κυριεύει.

Είναι δικτάτορας ο έρωτας και διαφεντεύει
αποφασίζει πότε θα κλείσει φυλακή
τ’ αθώα αισθήματα
παραδομένα στο συναίσθημα ενός πάθους.

Είναι μυστήριο ο έρωτας
ένα σκληρό βασανιστήριο, μ’ αγαπημένο
για εκείνο το ένα και μοναδικό
‘κείνο το ον, το βαθιά ερωτευμένο.

Είναι ένα πάθος απρόσμενο, αχαλίνωτο
ένα τριαντάφυλλο που ανθίζει
σ'ένα μπουντρούμι ανήλιαγο
χωρίς το φως του πρωινού, χωρίς λιακάδα
χωρίς το φως των ασ…

Ντόρις Λέσινγκ

Εικόνα
"Οι ιδεολογίες πέθαναν και ο φεμινισμός έχει γεράσει. Ο άνθρωπος είναι το πιο βλακώδες ον της Γης. Είναι ανίκανος να μαθαίνει από τα σφάλματά του. Πάντα πίστευα ότι οι άνθρωποι έπρεπε να μάθουν Ιστορία και να μην ξανακάνουν τα ίδια λάθη. Δεν τα καταφέρνουν όμως. Γράφω κάθε μέρα. Δεν μπορώ να μη γράφω. Διαφορετικά θα τρελαθώ..."

Η εξομολόγηση της γηραιάς κυρίας της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, που τιμάται αύριο με το βραβείο Νόμπελ, Ντόρις Λέσινγκ.

από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Έθνος 10/12/2007

Στο ίδιο κουτί

Εικόνα
Το μαύρο σου και το κόκκινο μου.
Η θλίψη σου και το χαμόγελο μου.
Η βροχή σου και η λιακάδα μου.
Ο εφιάλτης σου και το όνειρο μου.
Η παγωνιά σου και η ζέστη μου.
Η ασφυξία σου και ανάσα μου.
Η πίκρα σου και η γλύκα μου.
Η έρημος σου και η όαση μου.
Η μοναξιά σου και ο έρωτας μου.
Το καβούκι σου και το σώμα μου.
Ο βράχος σου και το λουλούδι μου.
Το μικρό σου και το μεγάλο μου.
Το λίγο σου και το απέραντο μου.
Ο θάνατος σου και η ζωή μου.
Η εγκατάλειψη σου και η περιπλάνηση μου.
Η βουτιά σου και η ανάδυση μου.
Η σιωπή σου και η μουσική μου.
Το σκοτάδι σου και το φως μου.
Ο βυθός σου και η θάλασσα μου.

Να συνυπάρχουν αρμονικά, τόσα χρόνια, στο ίδιο σώμα. Η ψυχή και το μυαλό μου…

Το περβάζι της μοναξιάς

Εικόνα
Ήταν εκείνο το μαρμάρινο ψυχρό περβάζι
που στεκόμουν ώρες και περίμενα
μάταια να έρθει το ανέφικτο
και τα παιδιά πετροβολούσαν
τις σκέψεις μου
και στο λιόγερμα τα μάτια πέρνανε
κάτι από τη θλίψη του φεγγαριού
και τα χέρια απλώναν να πιάσουν τ' άστρα
να μοιράσουν τριγύρω την αστροφεγγιά
να φωτιστεί αυτή η κρύα γωνιά του .
Και ρόδα δε φύτρωσαν ποτέ
κι αρώματα δε σκόρπισαν
έμειναν τα μάτια ορφανά
ανήμπορα ν' αντικρύσουν το κενό
η θάλασσα αλμύρα έγινε
και πότισε το χώμα
κι εγώ ακουμπισμένη ακόμα
στο ψυχρό περβάζι
σκέφτομαι πως οι μνήμες
δε ξέρουν από οίκτο
δεν έχουν έλεος
κι ανεβαίνω με βήματα
αργά και ανισόρροπα
στο ικρίωμα που καρτερικά
Με περιμένει...

ΦΡΑΟΥΛΙΤΣΕΣ

Εικόνα
Μασουλάω, μασουλάω φραουλίτσες. Είχα κι ένα ατύχημα, αλλά μπροστά στη γεύση της φραουλίτσας δε νοιάζομαι. Μου ξεκόλλησε το δοντάκι μου, μπουυυυ, έτσι, φλουτς κι έπεσε. Και τώρα υπάρχει ένα κενό στην άνω σιαγόνα, να μου θυμίζει ότι εκεί μέσα κάποτε υπήρχε ένα δόντι. Δευτέρα πάω οδοντίατρο, ευτυχώς δεν πονάει. Μου θύμισε ένα ακριβώς ίδιο περιστατικό που είχε συμβεί το κατακαλόκαιρο, τότε που οι δυο μας κι όχι μόνος, επιλέγαμε τσίχλες δυόσμου και καραμέλες φραουλίτσας απ’ το περίπτερο για να περάσουμε την ώρα μας μασουλώντας ανάμεσα στα φιλιά μας. Είχαν ξεμείνει κάμποσες από εκείνες τις τσίχλες και τις καραμέλες πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, τις έβαλα κάτω σήμερα και τις τσάκισα όλες. Μόνο που έχασα το δόντι μου ξαφνικά. Κόλλησε πάνω στην καραμέλα κι έπεσαν και τα δυο πάνω στη γλώσσα. Έτσι είχε γίνει και την προηγούμενη, μόνο που τότε, θυμάσαι, όταν γνωριστήκαμε, υπήρχε ένα κενό χωρίς δόντι στην κάτω σειρά και σου έλεγα “θα το φτιάξω, θα το φτιάξω σύντομα, πρέπει να μπει θήκη εκεί μέσα”…

Ήσουνα μόλις δεκαεπτά

Εικόνα
Κι ήσουνα μόλις δεκαεπτά
με τα σκουρόχρωμα μαλλάκια σου να χύνονται στους ώμους
τα μάτια, σαν μεγάλα αστέρια του Νοτιά, λευκά
δυο μαύρα θηλυκά μαργαριτάρια σ’ ένα άσπρο προσωπάκι

να μου μιλούν, να λένε, δίχως να μιλούν
εσύ, εσύ που κουβαλάς ολόκληρη ζωή πάνω στους ώμους
εσύ που ταξιδεύεις, γράφοντας ταξίδια με μαχαίρια
κι ακροπατάς ανάμεσα σε λέξεις πεθαμένες, εσύ
οργή, φυγή, δεσμός, ζωή
του έρωτα μας ξέφυγε αβάσταχτος καημός
κι απ’ την αγάπη η νιότη

τώρα πετάνε γατζωμένα στα φτερά πουλιών, τα μεσημέρια
ιδρώνει το ‘να απ’ τ’ αυτί και κλαίει απ’ τα μάτια
μα δε ρωτάει πόσος έμεινε καιρός για να μαζέψει τα κομμάτια
και τ’ άλλο μένει πίσω του, να ισιώσει το σκυφτό κορμί του
και στέλνει γράμματα και ραβασάκια ερωτικά
γεμάτα σχέδια με καρδιές κι άλλες καλλιγραφίες
να μη νιώθει μόνο. Κι ήσουνα μόλις δεκαεπτά

έλα που τώρα τριαντάρισα
κι έχω κρατήσει εν’ αριθμό ταυτότητας να σε θυμάμαι
όπως σ’ έβλεπα να πνίγεσαι μέσα σε γράμματα
άλφα-ζήτα-μηδέν-επτά-επτά-εννιά-εννιά-μηδέν. Ουδέν

απ’ όξω πέρναγε η ταχεία των οκτώμισ…

Η ατέρμονη απεραντοσύνη του ανέφικτου

Εικόνα
Σε επανάληψη, αφιερωμένο στις Κυρίες του blog μας, σε όλες!


Κοιτούν τα μάτια μου κι απόψε, μεθυσμένα
η ώρα φεύγει, σαν το τρένο της γραμμής
μα το ταξίδι δε θα κάμει, θα το δεις
κι ούτε στον πιο μικρό σταθμό θα φτάσει
που ‘χει χαράξει η ζωή, για να σταθμεύουν τρένα.
Κοιτούν τα μάτια μου κι απόψε, απορημένα
ήσουνα δίπλα μου, σ’ αντάμωσαν νωρίς
μα ούτε πρόλαβα μια λέξη ν’ απαντήσω.
- Σώπα -
και πες μου αν οι μυγδαλιές κι οι παπαρούνες της Άνοιξης
έχουν ανθίσει στα περβόλια του ονείρου.
Ξυπνώ νωρίς τα πρωινά
κι η μόνη σκέψη μου, ν’ ανοίξω το παράθυρο
να ειδώ τα πρώτα τους μπουμπούκια - μπουμπούκι μου -
να ξεπετάγονται σαν κρίνα απ’ τη σιωπή.
- Άκου - ακόμη και τα ροδοπέταλα, σου έστρωσαν χαλί
και παίζουν μουσικές οι σάλπιγγες
συνθέτουν μελωδίες οι καμπανούλες.
Κι εγώ, έρημο δένδρο, μες στη νυχτιά να σβήνω
ν’ αργοπεθαίνω, στα λεπτά που χάνονται.
Μέτρα τους κύκλους στο κορμί μου
όσα τα χρόνια που ‘χω κλάψει, τα μεγάλωσα
τώρα δεν είμαι πια παιδί, εγώ έχω νόμους
που μου θερίζουν με δρεπάνια, όλα τα όνειρα.
- Πρέπει, …

Φωνές...

Εικόνα
Έχεις ξεχάσει να ακούς. Μιλάς, μιλάς… κορδέλες μαύρες βγαίνουν από τη σπηλιά του στόματος σου και από το λαβύρινθο του μυαλού σου. Λόγια πολλά. Ανάκατα. Με νόημα ή χωρίς. Είναι εκεί. Χτυπάνε πάνω μου και δε μπορώ να τα σταματήσω. Με απειλούν, με χαϊδεύουν, μ’ αφήνουν αδιάφορη, με ξεγελούν. Περισσότερο όμως με ξαναγυρνάνε πίσω. Στην κοιλιά της μάνας μου σαν έμβρυο που ψάχνει τη ζεστασιά της μήτρας. Σε μια φωλιά που όλα είναι ζεστά και θολά. Για να ξεφύγω από την απειλή.

Είσαι παντού γύρω μου. Στο δρόμο, στη βόλτα μου, μέσα στο σπίτι μου.

Έχεις διαφορετικές μορφές. Είσαι ο φίλος μου, ο εραστής μου, ο συνοδοιπόρος μου.

Τα λόγια σου είναι σαν τρυπάνια που περνάνε τα αυτιά μου και μετά γίνονται καρφιά που σφυροκοπάνε το μυαλό μου. Γεμίζουν όλο το είναι μου και δεν αφήνουν τίποτα για μένα. Όλα δικά σου. Εγώ κι ο κόσμος. Να είμαστε οι υποδοχείς στο μαύρο γαϊτανάκι που ξεφεύγει από την ύπαρξη σου.

Εμένα όμως έχει πάψει να μου αρέσει το μαύρο. Προτιμώ το πολύχρωμο. Το ουράνιο τόξο έχει γίνει η αδυ…

Ασε με να κάνω λάθος

Εικόνα
Ποιος είσαι εσύ που ξέρεις το καλό μου καλύτερα από μένα;
Ποιος σε όρισε νταβατζή της ζωής μου;

Τ΄ότι θα πονέσεις κι εσύ μαζί μου είναι ψέμα,
τ΄ότι εσύ θα πονέσεις περισσότερο απο μένα αν αποτύχω, αλήθεια...
γιατί εγώ θα νιώθω την ευχαρίστηση του ότι μπόρεσα και έκανα αυτό που ήθελα, τη στιγμή που το ήθελα....κι ας αποδειχθεί λάθος κίνηση εκ των υστέρων.

Δε ψάχνω για προστάτες στη ζωή μου.
Δε χρειάζομαι καθοδήγηση.
Δε φοβάμαι να πληρώσω τα λάθη μου.

Είναι δικός μου αυτός ο Γολγοθάς και εσύ είσαι απλός παρατηρητής.
Κάτσε και σώπα, λοιπόν... και μη μου λες πως αυτό είναι αδύνατον, γιατί με αγαπάς.
Μη με γεμίζεις τύψεις γιατί εσύ δεν μπόρεσες να ζήσεις τη δική σου ζωή, έτσι όπως ονειρευόσουν.
Δεν υπάρχω για την πραγματοποίηση των δικών σου ονείρων, για όλα αυτά που εσύ δε πρόλαβες να κάνεις.

Κάτσε και σώπα!

Αν σε χρειαστώ, αν η κατάσταση γίνει αφόρητη, αν έρθω σε απόγνωση, θα σε φωνάξω, ηρέμησε...είσαι μέρος της ζωής μου, σε χρειάζομαι.
Μα προς το παρόν, μπορώ και μόνη μου.
Συγνώμη αν είμαι πιο δυνατή …

Lacrimosa - Nachtschatten

English translation:

Nightshadows

In the heart of the silence
In the heart of the night
How often have I asked myself
Where you might be right now
How often have I asked myself
If love is given to you right now

At a party - perhaps in Cannes
In a club - perhaps in Rome
Perhaps you spend this night quite alone
In a grand hotel in Vienna

In spirit I accompany you
And I can see you more often this way
Then they draw ever closer
The shadows from the corners
Those shadows of my solirtude
They are crawling from the walls
And they are coming to get me
And they block my view
And the room is getting larger
And inside I am growing smaller and smaller
And the silence is becoming the music of my heart
And is longing bec ome the essence of my heart
And strong is my soul
And hope is fierce
And my longing is insatiable
And my love is gentle and powerful
And she tears me from my solitude
Leads me to her!

And so I met you in Cannes
Or perhaps already in Rome
Perhaps I am the man
Who calls you when you are lonely
In a grand hotel in Vi…

Αντιθέσεις

Εικόνα
Μαύρο ή άσπρο; Άσπρο ή μαύρο;
Τι χρώμα άραγε, πρέπει να ντυθώ;
Όλα στη ζωή μου, μια αντίθεση...
Πώς να επιλέξω, τι χρώμα να φορώ;

Το μαύρο ή το άσπρο ή και τα δυο;
Άσπρες είναι οι μέρες, στη μαύρη μου ζωή.
Πώς να αποφασίσω, τη σωστή επιλογή;
Θα ρίξω ένα νόμισμα, στην τύχη ν’ αφεθώ...

Κορώνα ή γράμματα; Γράμματα ή κορώνα;
Ζω με μια αντίθεση, αλλόκοτα κι αντιφατικά...
Γράμματα το πνεύμα μου, κορώνα η καρδιά μου.
Λογική ή συναίσθημα, να έχουν τα όνειρά μου;

Καρδιά ή πνεύμα; Πνεύμα ή καρδιά;
Πώς να βρω κουράγιο, να βαδίζω στα τυφλά;
Νιώθω το μυαλό, να μην ορίζει πια τη σκέψη...
Πρέπει αυτό το νόμισμα, τη λύση να εφεύρει.

Και τελικά, την λογική ή το συναίσθημα να βρω;
Μήπως μου χρειάζεται να τα ’χω και τα δυο;
Μήπως το μυαλό, πρέπει συναίσθημα να εκπέμπει;
Και μήπως η καρδιά, πρέπει στο πνεύμα να επέμβει;



Γιώργος Κόκκινος
26/2/2005

Χωρίς τίτλο

Εικόνα
Ποτέ δε κατάλαβες το πόσο σ΄αγάπησα,
πάντα φοβόσουν να με κοιτάξεις στα μάτια.

Η καρδιά δεν μπορεί να εκφράσει μόνη της αυτά που θέλει να σου πει.
Η καρδια νιώθει, πονάει, υποφέρει, ραγίζει... δεν έχει λογική, δε μπορεί να σου δείξει το χάος που κρατάει κρυφό για να μη πληγωθεί, το χάος που προκάλεσες εσύ και εγώ πρέπει να το βάλω πάλι σε τάξη, για το δικό μου καλό.

Αιώνια πάλη μέσα μου για το ποιος θα διατάζει.
Θα ναι το μυαλό ή η καρδιά;
Λογική ή συναίσθημα;

Οταν με ξαναδείς, θα ξέρεις...
Η ματιά μου θα σου μαρτυρήσει όσα ποτέ δεν είπαμε!
Πρέπει μόνο να καταφέρεις να με κοιτάξεις στα μάτια.
Αραγε θα μπορέσεις; Georgia's World

Το ερωτευμένο αστέρι

Εικόνα
Μια νύχτα καλοκαιρινή
στον ξάστερο ουρανό
ένα αστέρι φωτεινό
είδε σε λίμνη μακρινή
ένα νούφαρο.
Ένιωθε τόση μοναξιά
ανάμεσα στ' αστέρια
αχ! πώς πονούσε η καρδιά
δεν άντεχε μακριά.
Ρώτησε το φεγγάρι
τι έπρεπε να κάνει
κι εκείνο του απάντησε:
"Η αγάπη όλα τα μπορεί
όταν είναι δυνατή."
Τ' αστέρι έπεσε στη λίμνη
το νούφαρο έλαμψε από ευτυχία
όλα είχαν μια μαγεία
τη νύχτα εκείνη.
10/6/07
elenitheof

Είμαι ο Γιώργος

Εικόνα
Είμαι ο Γιώργος σας. Ετών όσο θέλω εγώ. Ξεκινώ τη γραφή με το χρώμα χακί. Εν-δυο, εν-δυο, προσοχή. Ένα από τα ατελείωτα Σαββατόβραδα με παροτρύνει να αγγίξω τις ευαίσθητες χορδές σας. Να σας παίξω μια λυπητερή μελωδία, χωρίς αρχή και φινάλε. Ανυπομονώ για το ξημέρωμα της Κυριακής. Κάτι βαραίνει από τώρα την πλάτη μου. Τύψεις. Που χαθήκατε τύψεις; Που χαθήκατε ενοχές μου; ψάχνω απεγνωσμένα για την ένοχη συνείδησή μου. Γέρνω, βαραίνω, κρυώνω. Κανείς δεν έρχεται να σκεπάσει την πλάτη μου. Ένοχες ημέρες μου. Λάθη μου; Που κρύβεστε τα βράδια του Σαββάτου; Ζητώ συντροφιά. Δε μιλάω για μένα. Λυπηθείτε τον ανέραστο εαυτό μου. Ούτε που κλαίει πια, ούτε κινείται. Τούτες οι μέρες είναι από ‘κείνες, όπου το δάκρυ δε διώχνει τις έγνοιες του. Τούτες εδώ είναι ακίνητες, άλαλες. Είναι ασάλευτες και χουχουλιάρες στη ζέστα του κρεβατιού. Είναι οι χειρότερες μέρες του. Φυλακισμένες σ’ ένα πέτρινο κάστρο, εσώκλειστες, δίχως παράθυρο. Τώρα θ’ απλώσω τις μακριές κοτσίδες μου, ν’ ανέβει η πριγκίπισσα από τα…