Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάιος, 2008

Ο καρπός της αφθαρσίας

Εικόνα
Στα πιο ψηλά του κόσμου με ταξίδεψες φτερά μου έδωσες για να πετάω κι ύστερα πήρες ανυπέρβλητο ψαλίδι, τα ψαλίδισες που πάω άραγε; ποιος να ‘μαι; που πατώ; νεράιδα ή του βάλτου ξωτικό ιπτάμενο ζουζούνι που πετά ελεύθερο ανάμεσα στα μάτια σου; που πάω άραγε; πήρες του κόσμου το πι’ ωραίο πρωινό και το νανούρισες σαν ένα κάτασπρο της Άνοιξης, χαρούμενο λουλούδι γαλάζιο μενταγιόν, τραγούδι του έρωτα που τ’ άλλαξες σκοπό τι είσαι τελικά; μια μάγισσα, Θεά, γυναίκα π’ αγαπά πιστά αράχνη που υφαίνει έναν ιστό για τον επόμενο άγγελό της; στα μάτια, τα μαλλιά, στα χείλη στα χέρια τα λευκά της βρήκα τη γαλήνη τι πόθος; τι χαμόγελο; τι δάκρυ; το ψέμα ένα πρωτάκουστο αιχμηρό αγκάθι κι η αγάπη μου, την έμαθες μισή δέκα πληγές οι δέκα μνήμες και των χεριών τα δάχτυλά σου δέκα μ’ απόμειναν ζωές και τριακόσιες μέρες μακριά σου χίλιες φορές οι μοναξιές, πονούν λιγότερο του χωρισμού κι όσο περνούν οι μέρες, μένεις να ξεχνιέσαι με τα λουσμένα, ψεύτικα, μαχαίρια των χειλιών ....... στα πιο ψηλά του κόσμου
Εικόνα
ΥΠΟΘΗΚΗ Επειδή το τέλος πάντα θα φυλάει τα σταυροδρόμια και θα ’ρχεται απρόσκλητος ο άρχοντας του χάους, κι ένα λιθάρι ασήμαντο με τη μορφή φιδιού, θα έρπει όλα τα πλάσματα, για χάρη του αδίστακτου ως άνω των πλασμάτων, ένα βαθύτατο καράβι να ετοιμάσεις· τον πληγωμένο άνθρωπο, που έχει ανάγκη ανθρώπου να φορτώσεις και την προστάτιδα ψυχή ονείρων και προσδοκιών, ελπίδας πάσης, την παρθένα που δέχεται το βάρος του κόσμου όλου, την παρθένα, που ταξιδεύει απ’ την αρχή προς την αρχή˙ και ν’ ανοιχτείς δίχως φόβο, με πάθος. Έτσι άρχισε ο κόσμος. Έτσι θ’ αρχίζει πάντα. Στη μέση του ωκεανού, οφείλεις να ξυπνήσεις, να θυμηθείς πως ήσουνα νεκρός μες στην καρδιά σου, πριν πνιγείς στο δρόμο για το φως. Αλάτι και μέταλλο λιωμένο ν’ ανασάνεις στο καμίνι του γαλάζιου, να ξεχάσεις, να ξεχάσεις αυτόν που ισχυρίζεται πως είναι ο κόσμος λίγος, και είναι ο κόσμος σκοτεινός, κακός, κι αυτόν που βρίσκεται στον κόσμο, αλλά δεν είναι κόσμος, αυτόν που λέει πως θα σωθεί και φεύγει από τον κόσμο και τα πράγματα,

Zero+: Περα απο το καλο και το κακο.

Zero+: Περα απο το καλο και το κακο.

Η καρφωμένη προσευχή

Εικόνα
Ξεκίνησα μιαν ώρα για ένα μακρύ ταξίδι πιο μακριά να φτάσω απ’ τη δική μου Ιθάκη εφόδια δεν κράταγα στους ώμους, μήτε στις τσέπες μου ψωμί αγάπη είχα φορτώσει τις βαλίτσες μου λατρεία απ’ τη λατρεία μου, στο κόκκινο δισάκι τεράστια τ’ αποθέματα υπομονής κι ελπίδας μες στα σπλάχνα μου κομμάτια εφημερίδας μες στις τσέπες που λέγανε για μια χαμένη αγάπη, που άργησε να ‘ρθει ο δρόμος που περπάτησα, χιλιόμετρα με ορθάνοιχτα τα μάτια και τ’ αυτιά να μη τον χάσω κι όπου έβρισκα μικρές τριανταφυλλιές προσκύναγα το χώμα τους, κάνοντας μιαν ευχή να φτάσω μ’ όση δύναμη μου απόμεινε τα μάτια σου θα έμοιαζα, αλλοτινούς καιρούς, σαν κυνηγός πολύτιμων κι αστραφτερών πλασμάτων που όμοια τους δεν γέννησε η γη μες στους καιρούς σαν ένας κλέφτης διαμαντιών στο όρος του Καυκάσου εκεί που είναι αδύνατο να βρεις τριανταφυλλιές τα πέταλα συνέλεγα μ’ αγάπη ένα προς ένα τα φύλασσα σ’ ένα πουγγί πιο ροζ κι από τα χείλη σου πιο κόκκινα λουλούδια κι απ’ το αίμα του κορμιού σου πιο πορφυρά κι απ’ τα φιλιά που μ’ έ
Εικόνα
ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ Χειροκροτούν οι μαϊμούδες -οι φιλελεύθερες μαϊμούδες οι μαϊμούδες που ονειρεύονταν γύπες, όταν ήταν σκουλήκια- χειροκροτούν τον πίθηκο, τον μεγάλο μεταβιομηχανικό πίθηκο, τον πίθηκο που κλαίει τα βράδια και λέει: «Γιατί όχι αετός;» [...ο αετός... Αχ ο αετός! η θύελλα των φτερών του, το φως του ήλιου στα νύχια του κι ο ουρανός να βγάζει τραπέζια πλάι στο ρέμα -στη δροσιά- κι αν δεν βρει πλατάνι το ποτάμι δεν πηγαίνει στη φωλιά του ο αετός, ώσπου να γίνει βροχή!] Χειροκροτούν οι μαϊμούδες. Μαϊμούδες οι άνθρωποι και οι μαϊμούδες στον καθρέφτη ενός θεού που βλέπει τον θεό να βλέπει τον θεό στον καθρέφτη του μεγάλου πιθήκου. ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ