8.2.08

ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑ ΑΚΟΜΑ


Γέρασα, προσμένοντας ν’ ακούσω αν άκουσαν καθόλου τη φωνή μου·
ιδίως ένας δειλός, που έσυρε κάτι απόμερα κομμάτια ιστορίας
καταμεσής ενός χάρτινου έθνους κι ενός γυάλινου έθνους
και τα ροκάνισε για τα καλά· κι ένας βρικόλακας,
που τρέφεται με τα χάρτινα αίματα των βραδύγλωσσων γιακάδων·
κάποια που μόλυνε το ευλογημένο σκοτάδι της φωνής
με την κατάλευκη ερημιά της αγοράς
και κάποια που εξαγόρασε την προστυχιά της με την αναίδειά της,
που δεν ήταν αναίδεια, ήταν προστυχιά σ’ έναν κόσμο ασύμμετρο·
ασύμμετροι όλοι, σκουριά του ψεύτη κι αποφορά του κλέφτη
και λύσσα παραλυτική του τοκογλύφου
γιατί να ζούνε ελεύθεροι αγρότες μέχρι τον δέκατο αιώνα
στην επικράτεια της αδέσποτης ψυχής
κι η μέρα η όρνιθα κι η νύχτα η γλαύκα να μοιράζονται την ίδια αυλή.
Γέρασα, βέβαια, και ξέρω πως ο κόσμος
δεν έχει πια τα χέρια του κατάζεστα χωμένα μες στις τσέπες
της τρέλας, ούτε μαίνεται τίποτ’ ανάερο στον νου του,
όταν νυχτώνει· μόνο φως αδιάβαστο και φόβος
άγραφος κι η συνείδηση ερπετό μιας εφήμερης απάτης:
αυτενέργεια, τάχα, ενώ κανείς δεν είναι ορθός ως μέσα, στην καρδιά,
εκεί που υπήρχε πάντα τόπος για μιαν άλλη αυθαιρεσία
και τώρα μόνο μια νέα ευκαιρία για την επόμενη εξουσία.
Γέρασα, ανοίγοντας πληγές μου κατεπάνω στη φαγούρα του θανάτου,
ασφυκτιώντας ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν την ερημιά
που ξεφωνίζει ζωή μέσα στο θάνατο, ψυχορραγώντας
στον ύπνο μου μια νέα πολιτική οικονομία της αρμύρας,
μιαν άλλη τεχνολογία των στεναγμών γεμάτη ελάφια και φως.
Γέρασα, μα δεν τέλειωσα ακόμα.
Απρόβλεπτη υπόθεση ετούτο το αιμάτινο ταξίδι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: