16.12.10

Τό χρονικό μίας θύελλας ἤ ἑνός ἀποχωρισμοῦ (21 Αὐγούστου - 20 Νοεμβρίου)




Τά μέτρησα τά λόγιά μου μά καί τίς προφητεῖες πού ἤθελαν νά σμίξουμε μά καί νά χωριστοῦμε κι ἀπάνω πού τά μοῦτρα μου κατέβασα γιά νά ‘ρθω, ἐπάνω ἐκεῖ στήν ἀγκαλιά ... τά νύχια τῆς ξεπρόβαλαν μαῦρα καί κοφτερά, νά πνίξουν ὅ,τι ζήσαμε κι ὅλες τίς προσδοκίες

προσπάθησα ... ἀλλά εἶναι μέρες πού τήν ψάχνω γιά νά βρῶ σέ ποιά καρδιά ἀνήκω
κι ὅσο σκαλίζω τή ζωή μου βλέπω ἄδειες τίς ἡμέρες μου
περνᾶ ὁ καιρός, μητέρα, κι ὁ χρόνος θά γιατρέψει...

αὐτό τό ποίημα θά τό γράψω σέ συνέχειες γιά νά ‘χοῦν ἕνα πάτημα οἱ ὧρες μου νά λένε πώς τίς ξόδεψα φιλότιμα κι ὕστερα θά τό πάρει ὁ ἄνεμος καί τά χαμένα λόγια
οἱ μαῦρες οἱ σκιές τῶν ἀναμνήσεων καί ἡ κλεισούρα

καί τώρα σέ τοῦτο ἐδῶ τό χῶρο πού μαζί της δημιούργησα, ἀναρωτιέμαι ὅλη αὐτή ἡ ἀγάπη πού τήν ξόδεψα, ἄν ἄξιζε νά χαριστεῖ ἁπλόχερα
τά δάκρυα πού χύθηκαν στό πάτωμα ἀνελέητα, ἄν ἄξιζαν
τό σάλιο μου ἀπ’ τά χαμένα λόγια ἀγάπης, τά φιλιά, οἱ ἀγκαλιές πού βράχος ἔγιναν νά στηριχθεῖ ἐπάνω τους...

οἱ τοῖχοι θά βαφόντουσαν στό χρῶμα τό λευκό, μά τώρα μέ τό πεῖσμα της θά τούς ταιριάζει μαῦρο, τό μαῦρο της ἐκδίκησης καί τῆς ἀδιαφορίας, αὐτό πού ἀποκόμισα, στυγνό ἐγωισμό! Ἐτοῦτο τό ποτάμι πιά δέν ἔχει γυρισμό

μοῦ ἔρχεται νά σπάσω τά ἐνθύμια πού μάζευα, νά σκίσω ὅλα τά ψεύτικα τά λόγια της ἀγάπης, γιατί σέ κάθε ἑκατοστό ὑπάρχει τό ἄρωμά της, ἡ σκέψη της, ἡ δαχτυλιά ἀπ’ τό χέρι της καί τά τρελά ὄνειρά της ... τό πάθος τῆς ὑπάρχει ἐπάνω στό κρεβάτι, κι ἐκεῖ εἶναι πού τά μάτια μου βαραίνουν καί βουρκώνουν... καί κάθε λέξη πού μετρῶ ἀπ’ τά ἐνθύμιά της, πληγώνει περισσότερο τά αἰσθήματα, μητέρα...

Ἀμέτρητα ἀποτσίγαρα, καπνοί στό πέρασμά της, τήν κάθε μέρα πού μετρῶ γερνάω γρηγορότερα καί μοιάζω μέ μεσήλικα πού ἔχασε τό βίος του

“Μέ πούλησες” αὐτό ταιριάζει μόνο γιά ἀπάντηση στά χείλη της, σέ κάθε ἕνα ἀπ’ τά γραπτά της! “μέ πούλησες φτηνά γιά ν’ ἀγοράσεις μοναξιά...”
κι ἀκόμα βρίσκω ἐνθύμια, σκιές τοῦ παρελθόντος κι ἐκεῖ πού πάω νά ξεχαστῶ ἀπ’ τά πολλά χαστούκια, τό πνεῦμα μου ζαλίζεται ἀπό τή σκέψη πάλι κι ἀρχίζω νά τή σκέφτομαι κι ἐγώ ὅπως καί πρῶτα ... ἡ σκέψη της, μητέρα, πάει νά μέ τρελάνει!

ἐγώ ὁ “ἄρρωστος” ἀγαπημένος της, ὁ ἀθεράπευτα ἐρωτευμένος κι “ἐπικίνδυνος” ἐκφραστής τῆς ζήλιας τῆς ἀγάπης, ἐγώ ὁ “ποιητής” τοῦ πείσματος καί τῶν ἐγωισμῶν της, ἐγώ ὁ “διασκεδαστής” τοῦ δόλιού μας τοῦ ἔρμου συναισθήματος, πού ἔριξα τά μοῦτρα μου γιά νά τῆς πῶ “συγνώμη”, ἐγώ πού περιβάλλομαι ἀκόμα ἀπ’ τίς σκιές αὐτοῦ πού πέρασε καί μόχθησα νά ΜΗΝ τελειώσει ... δηλώνω ταπεινά πώς ἡ ἀγάπη μου ἡ τόση, δέν ἦταν παραμύθι ὅπως καί τά δικά της

γιατί ὅπως μέ βλέπετε γράφω γιά τά δεινά της, πού ἄφησε ἐπάνω μου ἐτοῦτος ὁ κυκλώνας ......

~~~

Τί νά χωρέσω ἐδῶ μέσα; τί βαρύς πονοκέφαλος...
σέ πέντε γραμμές τή φυγή μου, τή λύπη μου;
ΦΕΥΓΩ!
μικρός ὁ χῶρος μας στόν κόσμο ἐτοῦτο
κι ἐμεῖς δύο κουκκίδες ἀσημαντότητας στό ὅριο τοῦ τετραδίου μας

τί νύχτα! ὁ ἀγέρας σφυρίζει
κρυώνω, ζεσταίνομαι ... οὔτε πού νοιάζομαι, οὔτε πού ξέρω
οἱ σκέψεις ἀτελείωτες, τά διαλυμένα ὄνειρα κομμάτια μές τό βάζο
τό πλοῖο ἔφυγε, τό τρένο μας τό χάσαμε, πέφτει ἡ βροχή σιωπηλά
τό γεμισμένο ποτήρι μέ τή βότκα ἀδειάζει
ἡ σκόνη περικυκλώνει τά ὄνειρα πού γεννήθηκαν καί πεθάνανε σέ τοῦτο τό δωμάτιο
ποῦ περιμένει ἀκόμα τόν Βασίλη γιά τό δῶρο, τήν παραμονή στό τζάκι

ξημέρωσε, ὁ πετεινός λαλεῖ
μί’ ἀγάπη πέθανε προτοῦ νά ξημερώσει
ὁ ἥλιος θ’ ἀνατέλλει γιά κάθε ἕνα πρωί
μά τά δικά μας μάτια μέλλουν νά τόν χάσουν κάποια ἡμέρα ...
[ὅλοι σέ τούτη ἐδῶ τή Γῆ θά βυθιστοῦμε]
τελειώνει ἡ ζωή, τελειώνει τό μελάνι, ὁ ὕπνος μέ καλεῖ

τί εἶναι ἡ ζωή;
νά πίνεις δηλητήριο καί αἷμα καί φαρμάκι
τό δάκρυ ἀπ’ τά μάτια σου νά πίνεις σάν κρασί
νά κοινωνεῖς ροδόσταμο καί μέλι ἀπ’ τό κορμάκι
ποῦ πέρασε ἀπ’ τό δρόμο σου, μά ξέρεις, θά χαθεῖ

τό λεωφορεῖο ξέφυγε καί ἀδειασε ὁ σταθμός
ἀκούγεται ἕνας κρότος πού σκίζει ὅλη τήν πλάση
φωνάζει ὁ σταθμάρχης – ΜΗ! κάντε στήν ἄκρη
στίς ράγες κάποιος ἔπεσε καί κάνει προσευχή...

[τί σημασία ἔχει ἄν τό λεωφορεῖο δέν εἶναι λεωφορεῖο
ἀλλά τρένο, καράβι, ἀτμόπλοιο, μαούνα, κότερο
ἑλικόπτερο, αὐτοκίνητο, τρόλεϊ, βενζινάκατος ;;;;;]

μόνο τοῦ σιγοσβήνει τό τσιγάρο, πεταγμένο στήν ἀποβάθρα...

φωνάζει ὁ σταθμάρχης – ΜΗ! κάντε στήν ἄκρη
στόν ἔρημο σταθμό ἕνας μονάχα ἐπιβάτης
καί δεξιά νά περπατᾶ στό βάθος μία κυρία
ὅπου πατᾶ μέ δύναμη τό ἱστορικό τσιγάρο
καί κάτω ἀπ’ τίς σόλες τῆς ἀδειάζει ἕνα φουγάρο
καί σβήνει ἀπ’ τό βλέμμα μου κι ἡ τελευταία πνοή του

ΟΙΚΤΟΣ!

...ἀκούγεται ἁπαλά μία μεθυσμένη μελωδία
ποῦ τρέμει καί τό πάτωμα μπροστά στή μουσική της
τά μάτια μου τά διάβασε σάν ἱστορία μία φίλη
καί μοῦ ‘πέ ὅτι γράφουνε ἐπάνω τους “Μαρία”…

κι αὐτό τό καταθέτω ὡς ἀπόδειξη ὅτι ἀγάπησα
σάν ἀθεράπευτα ἄρρωστος κι ἐρωτευμένος ναύτης
θαρρῶ πώς παραστράτησα ἀπ’ τά πολλά δεινά της
γι’ αὐτό σάν τίτλο δίνω τήν ἀρχή μίας τρικυμίας.

~~~

Χτυπάει ὁ δείχτης τῶν καιρῶν, τό σήμαντρο ἀνασταίνει
καί τό ρολόι γιόμισε καί δέν ἀντέχει ὥρα
ἔχει φουσκώσει ταραχή σέ τούτη ἐδῶ τή χώρα
καί ὅπου νά ‘ναι, ἀπό στιγμή, κοντεύει γιά νά σπάσει

μέχρι τά δευτερόλεπτα μετροῦν τήν κατηφόρα
καί τήν πορεία πού πήραμε σάν λάθος ριζικό μας
λάθος τό δρόμο πήραμε, λάθος καί τ’ ὄνειρό μας
κι ὁ χρόνος θά ‘ναι βάλσαμο νά κλείνει ὅλο πληγές

τοῦ Ρεβυθούλη τό σακί εἶχα στήν πλάτη χρόνια
καί κάθε βῆμα πού ἔκανα μου στοίχιζε καί κάτι
κουκιά πετοῦσα ἀγάπη μου, μές τά στενά καί σπόρια
νά μή χαθῶ ἀπ’ τό βλέμμα σου, νά γίνω ἡ θωριά σου

ὥσπου τό γράμμα ἔφτασε, τό ‘φερε ταχυδρόμος
ἕνα γεράκι ὁλόμαυρο, μά πιό βαθύ ἀπ’ τό αἷμα
ἦταν τό λεξιλόγιο πού διάβαζε ἡ καρδιά μου
- χωρίσανε οἱ δρόμοι μας, δύο ξένοι εἴμαστε τώρα -

καί τό ρολόι σταμάτησε τούς χτύπους νά μετράει
ποῦ ἔκαναν τά βήματα στά θερινά σοκάκια
ἐκεῖνα τά πλακόστρωτα, μέ κάστανα ψημένα
τό τρένο ἀναχώρησε - Χριστούγεννα χαμένα -

τό νέο χρόνο ἀγάπη μου, τόν πῆρε ἡ κατηφόρα
μακάρι νά μετρούσαμε ἀντίθετα τή φόρα
νά μήν προφτάσουμε νά δοῦμε τά γυαλιά μας
καί τά συντρίμμια πού ἄφηκε στό διάβα τοῦ ὁ τυφώνας

ἐσύ πουλί ἐλεύθερο τό ἔβαλες στά πόδια
κι ἐγώ σά ναυαγός γυρεύω νέα χώρα
κάπου νά προσγειωθῶ, στήν ἀγκαλιά ἑνός βάλτου
- ὁ πρίγκιπάς σου ἀκούμπησε τά ὅρια τοῦ θανάτου -
ἀλλοτινούς καιρούς πού ἐσύ δέ τοῦ μιλοῦσες

καί θεραπεία δέ βρέθηκε γι’ αὐτή σου τήν ἀρρώστια
εἶναι τ’ ἀμίλητο νερό φαρμάκι ὡς τό Τέλος
ποῦ πίνεται μέ δύο γουλιές τίς νύχτες μέ φεγγάρι
ἐκεῖ πού σβήνουν τ’ ἄστρα μές τό μακρινό οὐρανό

συνήθεια ἠθοποιῶν πού ἔμαθαν τό ρόλο
καί ἡ παράσταση γνωστή μέ θεατές τούς φίλους
θά σβήσει ἡ ἀνάμνηση, θά σβήσει καί ἡ μνήμη
- εἶναι τυφλός ὁ ἔρωτας κι ὅταν πεθαίνει ἀλλάζει -
καί γίνεται ἐκδίκηση ζηλείας κι ὀφθαλμαπάτη

καλή σου ὥρα ἀγάπη μου, σού πίνω τή γουλιά σου
ἀπ’ τό ἀμίλητο νερό πού καίει τά σωθικά σου
κι ἀντί γιά τελευταῖο φιλί, σού δίνω αὐτό τό στίχο
“να μέ κρατᾶς ὅπου κι ἄν πᾶς ἐπάνω σου, νά ζήσω...”


γιῶργος_κ
Richter plays Beethoven The Tempest Sonata

Δεν υπάρχουν σχόλια: