Αναρτήσεις

Αντάμωση

Να σε αντάμωνα στον σωρό με τα λάφυρα της νίκης Πέρα στης αύρας τους σκορπισμένους τους ανθούς Στο μοναχικό μου μονοπάτι που παίρνω για να σε συλλογιέμαι Στης θάλασσας τους θυμωμένους τους αφρούς Να σε αντάμωνα στου μαΐστρου τις ριπές που τα μαλλιά ανακατεύει Στα λεπτεπίλεπτα γυρίσματα των δαχτύλων του χεριού μου Στης νιότης τα μαργαριταρένια δόντια που φωτεινά χαμογελούν Στα αγάλματα τα αρχαία που λαβωμένα από του χρόνου Το τουφέκισμα δεν σκόρπισαν μα στέκουν, με έπαρση ανδρεία Στου ονείρου μου τον δρόμο τον ανέγγιχτο ανάμεσα σε βότσαλα υγρά γλυμμένα με το κύμα Το χρώμα των ματιών σου στην παλάμη μου να κρύψω Και όταν η νοσταλγία με θλιμμένες νότες μουσικές μ αγγίξει Να άνοιγα τα χέρια και εσύ μ αγάπης λούσα να με ντύνεις Αχ για μια στιγμή μονάχα να σ αντάμωνα στου ήχου τον αντίλαλο που επαναλαμβάνει την φωνή μου της νοσταλγίας το άλογο αναβάτης να καλπάσω και με όνειρα κόκκινα στον ορίζοντα να γράψω το όνομα σου Ελπίδα

Η καρφωμένη προσευχή

Εικόνα
Ξεκίνησα μιαν ώρα για ένα μακρύ ταξίδι πιο μακριά να φτάσω απ’ τη δική μου Ιθάκη εφόδια δεν κράταγα στους ώμους, μήτε στις τσέπες μου ψωμί αγάπη είχα φορτώσει τις βαλίτσες μου λατρεία απ’ τη λατρεία μου, στο κόκκινο δισάκι τεράστια τ’ αποθέματα υπομονής κι ελπίδας μες στα σπλάχνα μου κομμάτια εφημερίδας μες στις τσέπες που λέγανε για μια χαμένη αγάπη, που άργησε να ‘ρθει ο δρόμος που περπάτησα, χιλιόμετρα με ορθάνοιχτα τα μάτια και τ’ αυτιά να μη τον χάσω κι όπου έβρισκα μικρές τριανταφυλλιές προσκύναγα το χώμα τους, κάνοντας μιαν ευχή να φτάσω μ’ όση δύναμη μου απόμεινε τα μάτια σου θα έμοιαζα, αλλοτινούς καιρούς, σαν κυνηγός πολύτιμων κι αστραφτερών πλασμάτων που όμοια τους δεν γέννησε η γη μες στους καιρούς σαν ένας κλέφτης διαμαντιών στο όρος του Καυκάσου εκεί που είναι αδύνατο να βρεις τριανταφυλλιές τα πέταλα συνέλεγα μ’ αγάπη ένα προς ένα τα φύλασσα σ’ ένα πουγγί πιο ροζ κι από τα χείλη σου πιο κόκκινα λουλούδια κι απ’ το αίμα του κορμιού σου πιο πορφυρά κι απ’ τα φιλιά που μ’ έ...

χορεύω..

Αγαπώ τον χορευτή που πλαγιαστά βαδίζει στης μορφής την αδιόρατη σκιά πως χαμηλώνουν τα φτερά τα χελιδόνια όταν της ανησυχίας ο αέρας τα ηλιοτρόπια χαϊδεύει!!! Ένα μυστήριο προσκύνημα απλώνεται στης ατμόσφαιρας την υγρή αχλή στο φως των προβολέων ο χορευτής συνεπαρμένος στης φιγούρας τον ειρμό περίβλεπτος βαδίζει στης σκηνής την απέραντη ευδαιμονία σιγή μεσημεριού.... θαμπές προσδοκίες με όνειρα σμιλεύονται μάτια θεόρατα κοιτούν, δυο ώριμα αστέρια διάφανα φτερά τυλίγονται στο σώμα του στροβίλου το μεθύσι ψιθυρίζει είμαι εδώ…ζω. Ελπίδα