18.1.15

Σκίτσο που αφήνει φως στην ερημιά..




Τον χαρακτήρα των ωρών τον ξέρω.
Αντιφέγγουν πάνω από τα νερά και -ώρα που αυγάζει-
της δροσοσταλίδας κλέβουν την έμπνευση.
Στην αορτή που σφίγγεται το αίμα, σαν μια συλλαβή
του πόνου που δεν λέγεται-
στον ειρμό που από την λύπη, εχάθη'-
στην μοναξιά που κάνει λυρική την μουσική και της συνείδησης..
Για "κάτι υποθέσεις ψυχικές", που λέει κι ο Διονύσιος, για κάτι
που από της ποίησης το εφαλτήριο θα φτάσεις
απεμπολώντας βάρος της καρδιάς και ενστερνιζόμενος
μέλι του ήλιου..
Σπρωγμένα από τους αέρηδες και πέρα, πιο πέρα
από τις φιλοδοξίες μας
αμπέλια με καλό κρασί και τίμιο μόχθο..
Χθόνια σύμφωνα
ξαπλωμένα ανάσκελα
που τσιτσιρίζουν
σαν στρουθία και,
όπως να σύρουνε μια δέηση είναι,
κάτω απ' τα ρηχά του ουρανού.
Εκεί που, όταν στοχαστήκαμε Ανάσταση,
κι ο θάνατος πλησίον ακυρώθηκε και πα' στην ξέρα ετούτη απομείναμε που ιερουργεί κάτω απ' το σύθαμπο που όμορφα νοτίζει
την σιγαλιά κι αφήνει φως στην ερημιά που έχουμε..