Μεγάλη Παρασκευή



(Μια όμορφη συνεργασία 12 φίλων από το facebook που θέλησαν να μοιραστούν μαζί μου τις σκέψεις και τους στίχους τους.. Θα το επαναλάβουμε, σας ευχαριστώ όλους !)

~~

Ὅλα τά πάντα στολισμένα, γέμισε ἡ πόλη μᾶς φωτάκια
ἄνθρωποι ὁλοῦθε περπατᾶνε, κόσμος πολύς, χαρά, τά ζευγαράκια ἀγκαλιά
κι ἄλλοι εἶναι ἔρημοι καί μόνοι

κι ἐκεῖ στήν ἄκρη στό στενό
ἐκεῖνο ἐκεῖ, τό γκρί στενό ἀνάμεσα σέ μόβ γιρλάντες κι ἀπαστράπτουσες λαμπάδες
εἶναι ἕνα βλέμμα σκοτεινό
ἀνάμεσα σέ γκρίζα γένια κι ἕνα σκοῦφο μάλλινο χοντρό
μόνο ἕνα βλέμμα ξεχωρίζει γαλανό
ποῦ κάποτε σά νά μετροῦσε τόν καιρό

θυμίζουνε τά μάτια σου πού πάλι τά εἶδα ἀπόψε
θλιμμένα νά περιπλανιοῦνται στά βουνά τῆς σιωπῆς
τό μόνο πού ἤθελαν ἤτανε νά βροῦνε
ἕνα στίγμα, μία ἐλπίδα
καί παραδόθηκαν στά σύννεφα νά ταξιδέψουν
ἀπ' ὅλους κι απ' ὅλα πιό ψηλά

μα τώρα αὐτά τά μάτια κοιτοῦνε τό κενό
ἤ το κενό ἀλήθεια νά κοιτάει τά μάτια;

μάτια πού κάποτε μετροῦσαν τόν καιρό
τώρα μετρᾶνε ὄνειρα ζωῆς χαμένα
μέσα στά φῶτα τῆς πόλης μοιάζουν φάροι
ποῦ σῆμα δέ θά δώσουνε ξανά ποτέ

εἶναι ἀλήθεια πώς μοναχική ζωή δέ βγαίνει
αὐτό τό βλέμμα πρέπει κάπου νά σταθεῖ
νά ἀκουμπήσει σ' ἕνα πρόσωπο ν' ἀράξει
γιατί ἀπ' τό κλάμα ἔχει τόσο πικραθεῖ

σά τήν καμπάνα τῆς ἐκκλησιᾶς, ἔτσι χτυπᾶ ἡ καρδιά μου
ἄν τό σκεφτῶ ἀγάπη μου πώς εἶσαι μακριά μου
ἀνάθεμα, ποιός ἔλεγε πώς εἰν’ γλυκιά ἡ ἀγάπη
ποῦ ἔπεσα στά δίχτυα της κι εἶναι πικρό φαρμάκι

δίχως χαρά καί δίχως φῶς ἀγάπης
μάτια πού στά σκοτεινά, ἄνθρωπε σένα γυρεύουν
μά πῶς νά δεῖς τά μάτια αὐτά, πῶς νά τά δεῖς;
ποῦ εἶναι ἀλλοῦ τό βλέμμα σου στραμμένο

φαίνεσαι νά πονᾶς καί νά' σαί μπερδεμένος
αὐτό πού θέλω νά σού πῶ, νά τό βαστᾶς
κράτα τό κεφάλι σου ψηλά καί χαμογέλα...

σταυρώνεται ἀπόψε ἡ πίστη στήν ἀγάπη
ἐτούτη τή Μεγάλη, τήν πικρή Παρασκευή
καί πιά τά ἁμαρτήματα θά τά γιορτάζουν κάποιοι
ποῦ διόλου δέν ἀγάπησαν ἤ ἀπέθαναν νωρίς

γιατί ἡ μαγεία χόρευε μέσα μου, μπροστά μου
καί τά λευκά Χριστούγεννα μυρίζανε κανέλα
ὁ οὐρανός τή νύχτα ἔλαμπε ἀπό ὄνειρα

τώρα ἡ ἀπώλεια τά δίχτυα ἅπλωσε καί μπῆκα στόν ἱστό της
κι ἡ παγωμένη ἀνάσα τοῦ θανάτου ἐκδηλώθηκε μέ χίλιές της μορφές

στό μεταξύ, θά ζήσουμε;
πόσες ἀπ’ τίς στιγμές ὅπου ἡ βαθιές, οἱ ὑπαρξιακές μοναξιές
θά συναντιοῦνται νά νικοῦν, ἔστω τό ἀναπόφευκτο, πόσες;
ὕστατο τέλος, θά γευτοῦμε;

τό πεπρωμένο, νά σιγοβράζεις, νά σιγοβράζεις στή μοναξιά σ’ ἕνα καζάνι
ἀνάμεσα σ’ ἀνθρώπινα οὐρλιαχτά ... “Σ’ ΑΓΑΠΑΩ, ΑΚΟΥΣ…;”
κι ἐσύ σά τόν τρελό νά τρέχεις στό σκοτάδι
τόν ἦχο τῆς συνείδησης νά βρεῖς ‘κεῖ πού τελειώνει ἡ ἀναπνοή
“ΣΕ ΑΓΑΠΑΩ, ἀκοῦς…;”

νά ψάχνεις γιά νά βρεῖς αἰώνια, τή μία μοναδική σου ἀγαπημένη ...

σταυρώνεται ἀπόψε ἡ πίστη στήν ἐλπίδα
στήν ἄκρατη ἐλπίδα νά σ’ ἀντάμωνα
καί πιά τά ἁμαρτήματα θά τά γιορτάζουν κάποιοι
ποῦ διόλου δέν ἀγάπησαν ἤ φύγανε νωρίς

ἡ μοναξιά, ἡ μοναξιά πού ἔρχεται ἀργά καί βασανιστικά
πάλι γιά νά πληγώσει, ξυπνώντας στούς ἀνθρώπους μνῆμες
ποῦ ἔχουν προσπαθήσει νά τίς θάψουν
ἐκείνη τίς ξεθάβει καί τίς φέρνει μπρός τά μάτια τους
γιά μία ἀκόμα ἄλλη, ἄνιση μάχη

ἄνιση μάχη θά ‘λεγες ὁ ἀποχωρισμός
προσφέροντας ἁπλόχερα καρδιά καί τῆς τήν μάτωσαν
δέν πρόλαβε νά δεῖ τά φετινά Χριστούγεννα ἡ ἀγάπη
μά οὔτε τή Μεγάλη τήν πικρή Παρασκευή

κι ἄν χάθηκαν στό ἀπέραντο γαλάζιο οἱ ἐραστές
ἐγώ ἔσπρωχνα τά σύννεφα μά ἡ ἀστραπή μ’ ἐμπόδιζε
κι ὅλα τ’ ἀστέρια σμίξανε καί στήσανε χορό
καί γράψανε στόν οὐρανό “εἶσαι μικρή ...μήν κλαῖς ...”
“ ... μήν κλαῖς μικρή, θά σᾶς προσέχουμε!”

ὅλα τά πάντα στολισμένα, γέμισε ἡ πόλη μᾶς φωτάκια
ἄνθρωποι ὁλοῦθε περπατᾶνε, κόσμος πολύς, χαρά, τά ζευγαράκια ἀγκαλιά
κι ἄλλοι στό χιόνι καθιστοί προσεύχονται καί κλαῖνε

μάτια πού κάποτε μετροῦσαν τόν καιρό
τώρα μετρᾶνε ὄνειρα ζωῆς χαμένα
μέσα στά φῶτα τῆς πόλης μοιάζουν φάροι
δίχως χαρά καί δίχως φῶς ἀγάπης παραπέρα...

~~~

Με τη συμμετοχή και τη συνεργασία, με τη σειρά της συμμετοχής τους:

Γιώργος_Κ
Stamatis Parhas
Λούσυ Μπούμη
Omixli Sti Limni
Leda Maniatakou
Maria Kokkinou
Maria Paraskevopoulou
Stigmi
Elissavet Koutouxidou
Mary Plagiannakou
Tasos Chrys
ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΣΔΟΥΚΟΥ

Δημιουργήθηκε: 17-18/12/2010

Σχόλια